περι-δήρῑτος

περι-δήρῑτος

περι-δήρῑτος, auch 3 Endgn, umstritten, umkämpft, wie περιμάχητος, Κύπριδος ἐργασίη, Paul. Sil. 1 (V, 219).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • περιδήριτος — ον, Α αυτός για τον οποίο μάχονται πολλοί, περιμάχητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + δήριτος (< δηρίομαι < δῆρις «μάχη, αγώνας διένεξη»)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
https://greek2deu.de-academic.com/8045/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9 Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”