ἄ-τεγκτος

ἄ-τεγκτος

ἄ-τεγκτος, unbenetzt, unerweicht; übertr., unerbittlich, hart, δαίμων Ar. Th. 1047; Eur. Herc. fur. 833; κἀτελεύτητος Soph. O. R. 336; παρηγορήμασι, untröstlich, Aesch. frg. B. A. 6; sp. Prosa, ἄτ. καὶ ἀστένακτος Plut. superst. 13; Luc. Alex. 25; Ael. ϑῆρες; Mel. 93 (V, 151). Bei Arist. Meteor. 4, 9 wird es von ἄτηκτος unterschieden, χαλκὸς ἄτεγκτος, τηκτὸς δέ, nicht in Wasser auflösbar, aber schmelzbar.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • τεγκτός — ή, ό / τεγκτός, ή, όν, ΝΑ [τέγγω] νεοελλ. μτφ. μαλακός, υποχωρητικός, ελαστικός αρχ. 1. αυτός που μαλακώνει όταν βραχεί 2. (κατά τον Ησύχ.) «τεγκτούς χρηστούς» …   Dictionary of Greek

  • τεγκτά — τεγκτός capable of being softened in water neut nom/voc/acc pl τεγκτά̱ , τεγκτός capable of being softened in water fem nom/voc/acc dual τεγκτά̱ , τεγκτός capable of being softened in water fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τεγκτῶν — τεγκτός capable of being softened in water fem gen pl τεγκτός capable of being softened in water masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τεγκτόν — τεγκτός capable of being softened in water masc acc sg τεγκτός capable of being softened in water neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τεγκτοῦ — τεγκτός capable of being softened in water masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τεγκτούς — τεγκτός capable of being softened in water masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άτεγκτος — η, ο (AM ἄτεγκτος, ον) (για πρόσωπα) άκαμπτος, σκληρόκαρδος, αμείλικτος νεοελλ. ανεπηρέαστος αρχ. αυτός που δεν μαλακώνει όταν βραχεί («χαλκὸς ἄτεγκτος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + τεγκτός < τέγγω «υγραίνω, μουσκεύω, μαλακώνω»] …   Dictionary of Greek

  • οφθαλμότεγκτος — ὀφθαλμότεγκτος, ον (Α) αυτός που αναβλύζει από τους οφθαλμούς («ὀφθαλμοτέγκτῳ δεύεται πλημμυρίδι», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀφθαλμός + τεγκτός (< τέγγω «υγραίνω, μουσκεύω»)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”