- ἀμφ-αλλάσσω
ἀμφ-αλλάσσω, umwandeln, Opp. C. 3, 13.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
ἀμφ-αλλάσσω, umwandeln, Opp. C. 3, 13.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
αμφαλλάσσω — ἀμφαλλάσσω (Α) αλλάσσω, μεταβάλλω εξ ολοκλήρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφ(ι) * + ἀλλάσσω] … Dictionary of Greek
παραλλάξ — Α επίρρ. (με τροπ. σημ.) 1. διαδοχικά, εναλλάξ 2. πλευρό με πλευρό, παραπλεύρως 3. φρ. «παραλλὰξ εἰμί» (για δρόμους, αγωγούς, πόρους κ.λπ.) ξεκινώ από αντίθετο σημείο προς ένα άλλο και κατευθύνομαι προς αυτό χωρίς να συναντώμαι μαζί του,… … Dictionary of Greek