θῡμικός

θῡμικός

θῡμικός, muthig, ζῷα Arist. H. A. 1, 1; zornig, leidenschaftlich, ϑυμ. καὶ ὀξύϑυμοι καὶ οἷοι ἀκολουϑεῖν τῇ ὁρμῇ rhet. 2, 14; δύναμις, im Ggstz von γνώμη καὶ λογισμός, Pol. 18, 20, 7.– Adv., Pol. 18, 20, 12.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • θυμικός — ή, ό (Α θυμικός, ή, όν) [θυμός] το ουδ. ως ουσ. το θυμικό(ν) το θυμοειδές*, κατά την πλατωνική φιλοσοφία νεοελλ. 1. (ψυχολ.) το σύνολο τών αψιθυμιών, τών συγκινήσεων, τών συναισθημάτων, τών παθών και τών διαθέσεων τού ατόμου 2. αυτός που… …   Dictionary of Greek

  • θυμικός — θῡμικός , θυμικός high spirited masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται στο συναισθηματικό μέρος της ψυχής: Θυμική διάθεση. 2. ορμητικός, οργίλος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θυμικά — θῡμικά , θυμικός high spirited neut nom/voc/acc pl θῡμικά̱ , θυμικός high spirited fem nom/voc/acc dual θῡμικά̱ , θυμικός high spirited fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμικώτερον — θῡμικώτερον , θυμικός high spirited adverbial comp θῡμικώτερον , θυμικός high spirited masc acc comp sg θῡμικώτερον , θυμικός high spirited neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμικωτάτων — θῡμικωτάτων , θυμικός high spirited fem gen superl pl θῡμικωτάτων , θυμικός high spirited masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμικωτέρα — θῡμικωτέρᾱ , θυμικός high spirited fem nom/voc/acc comp dual θῡμικωτέρᾱ , θυμικός high spirited fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμικῶν — θῡμικῶν , θυμικός high spirited fem gen pl θῡμικῶν , θυμικός high spirited masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμικόν — θῡμικόν , θυμικός high spirited masc acc sg θῡμικόν , θυμικός high spirited neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυμικώτατον — θῡμικώτατον , θυμικός high spirited masc acc superl sg θῡμικώτατον , θυμικός high spirited neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Властарь Матвей — византийский канонист, иеромонах солунский; год смерти его неизвестен, но в 1850 г. он еще жил. О важнейшем труде его алфавитной синтагме канонов см. Византийское право. Вскоре по появлении своем синтагма В. была переведена на сербский язык, а… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”