- λᾱ-τύπη
λᾱ-τύπη, ἡ, der Abgang von Steinen beim Behauen, ἐκ τῆς λατύπης σωροί τινες πρὸ τῶν πυραμίδων κεῖνται Strab. XVII, 808; Plut., VLL. – Nach Schol. Ar. Nubb. 260 u. Poll. 9, 104 auch = Gyps, Kalk.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
λᾱ-τύπη, ἡ, der Abgang von Steinen beim Behauen, ἐκ τῆς λατύπης σωροί τινες πρὸ τῶν πυραμίδων κεῖνται Strab. XVII, 808; Plut., VLL. – Nach Schol. Ar. Nubb. 260 u. Poll. 9, 104 auch = Gyps, Kalk.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
τυπή — blow fem nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
τυπῇ — τύπτω beat aor subj pass 3rd sg τυπάζω fut ind mid 2nd sg (doric) τυπάζω fut ind act 3rd sg (doric) τυπή blow fem dat sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
τυπή — ἡ, Α (κατά τον Ησύχ.) χτύπημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τυπ τού ρ. τύπτω + κατάλ. ή (πρβλ. κοπ ή)] … Dictionary of Greek
τύπη — τύπης striker masc voc sg τύπτω beat aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
τύπῃ — τύπης striker masc dat sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
τυπαῖς — τυπή blow fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
τυπήν — τυπή blow fem acc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λατύπη — η (Α λατύπη) το απότριμμα τών λίθων που απομένει μετά την πελέκηση ή τη λάξευση, χαλίκι («ἐκ γὰρ τῆς λατύπης σωροί τινες πρὸ τῶν πυραμίδων κεῑνται», Στράβ.) νεοελλ. (πετρογρ.) γωνιώδες αδρομερές τεμαχίδιο που προκύπτει από τη θραύση τών… … Dictionary of Greek
μοιχοτύπη — μοιχοτύπη, ἡ (Α) μοιχαλίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μοιχός + τύπη (άλλος τ. τού τύπος < τύπτω «χτυπώ»), πρβλ. λα τύπη, χαμαι τύπη] … Dictionary of Greek
χαμαιτύπη — ἡ, ΜΑ πόρνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαμ(αι) * + τύπη, άλλος τ. τού τύπος (< τύπτω «χτυπώ»), πρβλ. λα τύπη] … Dictionary of Greek
χαμ(αι)- — α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στο επίρρημα χαμαί* και δηλώνει ότι κάτι υπάρχει, βρίσκεται ή γίνεται κάτω, στο έδαφος, καταγής, χαμηλά (πρβλ. χαμαι βάμων, χαμ ερπής), χρησιμοποιήθηκε, όμως, και… … Dictionary of Greek