- καρδαμίζω
καρδαμίζω, eigtl. der Kresse ähnlich sein; bei Ar. Th. 617 sagt Einer ἔφαγον κάρδαμα, u. der Andere fragt τί καρδαμίζεις; was sprichst du von Kressen? wie wir sagen könnten »was kressest du?«
http://www.zeno.org/Pape-1880.
καρδαμίζω, eigtl. der Kresse ähnlich sein; bei Ar. Th. 617 sagt Einer ἔφαγον κάρδαμα, u. der Andere fragt τί καρδαμίζεις; was sprichst du von Kressen? wie wir sagen könnten »was kressest du?«
http://www.zeno.org/Pape-1880.
καρδαμίζω — (Α) [κάρδαμο] μιλώ για κάρδαμα, δηλ. λέω ανοησίες … Dictionary of Greek
καρδαμίζεις — καρδαμίζω to be like cress pres ind act 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κάρδαμο — Κοινή ονομασία πολλών φυτών που καλλιεργούνται ως σαλατικά. Ως κ. αναφέρεται κυρίως το λεπίδιο το εδώδιμο της οικογένειας των σταυρανθών (δικοτυλήδονα), που καλλιεργείται και στην Ελλάδα από την αρχαία εποχή. Είναι μονοετές που αναπτύσσεται… … Dictionary of Greek