- φιλ-αίθριος
φιλ-αίθριος, die Heitere liebend, Sp.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
φιλ-αίθριος, die Heitere liebend, Sp.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
-ιος — ια, ιο(ν) η κατάλ. ιος (μαζί με τις επαυξημένες μορφές της) είναι μία από τις παραγωγικότερες τής ελλ. γλώσσας καθ όλη τη διάρκεια τής ιστορίας της. Συγκεκριμένα, μαρτυρούνται συνολικά 2.996 λέξεις σε ιος, εκ τών οποίων 295 είναι κοινές, 2.261… … Dictionary of Greek
φιλαίθριος — ον, Α 1. αυτός που αγαπά τον καθαρό αέρα 2. μτφ. αυτός που αγαπά την φαιδρότητα, την ιλαρότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + αἴθριος «καθαρός, ανέφελος»] … Dictionary of Greek