- συν-εξ-οπλίζω
συν-εξ-οπλίζω, mit bewaffnen, ausrüsten, Sp.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
συν-εξ-οπλίζω, mit bewaffnen, ausrüsten, Sp.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
οπλίζω — (ΑΜ ὁπλίζω) (ενεργ. και μέσ.) 1. (ιδίως για στρατιώτες) εφοδιάζω κάποιον με όπλα, αρματώνω (α. «αυτός όπλισε τον δολοφόνο» β. «κατά περ Κόλχοι ὡπλισμένοι έστρατεύοντο», Ομ. Οδ.) 2. μτφ. ενισχύω, τονώνω, δυναμώνω («η παιδεία οπλίζει τον άνθρωπο… … Dictionary of Greek
συνωπλισμένους — σύν ὁπλίζω make perf part mp masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνωπλίζετο — σύν ὁπλίζω make imperf ind mp 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνωπλίζοντο — σύν ὁπλίζω make imperf ind mp 3rd pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συγκαθοπλίζω — Α οπλίζω συγχρόνως. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + καθοπλίζω «εφοδιάζω, εξοπλίζω»] … Dictionary of Greek