πονηρός

πονηρός

πονηρός, eigtl. Arbeit, Mühe, Drangsal habend od. machend; dah. – a) im physischen Sinne, Noth machend, lästig; Theogn. 274; ὅτι χρηστὸν ἢ πονηρὸν περὶ τὸ σῶμα, Plat. Prot. 313 d; gew. pass., Noth leidend, unglücklich; so heißt Herakles πονηρότατος καὶ ἄριστος, Hes. frg. 43, 5; von Sachen, in schlechtem Zustande, unbrauchbar, verdorben, τροφή, Plat. Legg. III, 735 b; δίαιτα, Rep. IV, 425 e; διὰ πονηράν τινα ἕξιν τοῦ σώματος, Tim. 86 d; καὶ ἄχρηστοι, Legg. XII, 950 b; αὐλοί, im Ggstz von χρηστοί, Rep. X, 601 e; so auch σιτία, Gorg. 464 d; wie καρπός, im Ggstz von καλός, Matth. 7, 17; πονηρῶς δίεκειτο, von einem Sterbenden, καὶ οὐδεμίαν ἔλπίδα εἶχε τοῦ βίου, Isocr. 1, 9, 12; πονηρῶς ἔχειν, Luc. Alex. 16. Von einer schlimmen Lage sagt Thuc. 8, 97 ἐκ πονηρῶν τῶν πραγμάτων γενομένων τοῦτο πρῶτον ἀνήνεγκε τὴν πόλιν, vgl. 8, 24, ἃ πονηρῶς ἔχει τῶν πραγμάτων, Lys. 14, 35. – Häufiger b) in moralischem Sinne, schlecht, boshaft u. dgl.; μήτ' ἐπιζευχϑῇς στόμα φήμαις πονηραῖς, Aesch. Ch. 1041; πόλεμος οὐδέν' ἄνδρ' ἑκὼν αἱρεῖ πονηρόν, Soph. Phil. 435; Eur. Hec. 596 sagt ὁ πονηρὸς οὐδὲν ἄλλο πλὴν κακός; vgl. πονηρῷ χρήσεται κριτῇ, El. 374; auch τελετὰς πονηράς, Bacch. 260; κέρδη, Cycl. 311; πονηρὸς κἀκ πονηρῶν, Ar. Equ. 336 u. öfter; auch πονηρὸς πόῤῥω τέχνης, Vesp. 192; u. in Prosa: Plat. Conv. 183 d; τὸν ἄδικον καὶ πονηρὸν ἄϑλιον εἶναί φημι, Gorg. 469 e; τὰ ἔργα πονηρότερα ἐργάσεται, Rep. IV, 421 d; feig, Xen. Cyr. 1, 4, 19; τοῖς φίλοις, schlecht gegen die Freunde, 8, 4, 33; aber πονηρὰ χρώματα, 5, 2, 34, ist blasse, Furcht verrathende Farbe; auch στασιάζειν καὶ πονηροὺς εἶναι πρὸς ἀλλήλους, An. 1, 7, 39, aufsässig, feindlich gegen einander; εἰπεῖν πᾶν πονηρὸν κατά τινος, Matth. 5, 11. – Wie Schol. Luc. Alex. 16 sagt Ἀττικοὶ ἐπὶ σωματικῆς διαϑέσεως ὀξύνουσι τὸ πονηρός, wird nach Arcad. p. 71, 16 Eust. zu Il. 2, 764 (vgl. Reiz de acc. incl. p. 168 u. B. A. II p. 678) bei den Attikern πόνηρος betont, wo es die Bedeutung unglücklich hat, vgl. Lob. zu Phryn. 389 u. μόχϑηρος. – Nach Cram. Anecd. Ox. 1 p. 372 sollen neuere Comödiendichter das Wort auch als comp. aus πονεῖν u. ἐρᾶν gebraucht haben, wohl Wortspiel.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πονηρός — oppressed by toils masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόνηρος — πονηρός oppressed by toils masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρός — ή, ό / πονηρός, ά, όν, ΝΜΑ 1. (με ηθ. σημ.) ο κακός στην εσωτερική του φύση, αυτός που ρέπει προς την απάτη, πανούργος, δόλιος 2. το αρσ. ως ουσ. ο πονηρός ο διάβολος, ο σατανάς 3. το ουδ. ως ουσ. το πονηρό(ν) πονηρία, κακό 4. φρ. «πονηρά… …   Dictionary of Greek

  • πονηρός, -ή — ό 1. ο κακοπροαίρετος, ο δόλιος, ο πανούργος: Πονηρός άνθρωπος. 2. έξυπνος, διαβολεμένος: Δεν τον γελάς, είναι πονηρός. 3. το αρσ. ως ουσ., πονηρός διάβολος, δαίμονας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πόνηρος — ήρη, ον, Α (για σώμα) αυτός που υποφέρει, που ταλαιπωρείται από κόπους και βάσανα, τυραννισμένος. επίρρ... πονήρως με πόνηρο τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. πόνηρος (< πονηρός) τονίστηκε από αρχαίους γραμματικούς στην προπαραλήγουσα, πόνηρε (πρβλ. και… …   Dictionary of Greek

  • πονηρά — πονηρός oppressed by toils neut nom/voc/acc pl πονηρά̱ , πονηρός oppressed by toils fem nom/voc/acc dual πονηρά̱ , πονηρός oppressed by toils fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρότερον — πονηρός oppressed by toils adverbial comp πονηρός oppressed by toils masc acc comp sg πονηρός oppressed by toils neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηροτάτω — πονηρός oppressed by toils masc/neut nom/voc/acc superl dual πονηρός oppressed by toils masc/neut gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηροτάτων — πονηρός oppressed by toils fem gen superl pl πονηρός oppressed by toils masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηροτέρων — πονηρός oppressed by toils fem gen comp pl πονηρός oppressed by toils masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρῶν — πονηρός oppressed by toils fem gen pl πονηρός oppressed by toils masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”