παιπάλημα

παιπάλημα

παιπάλημα, τό, = παιπάλη, gew. übtr., σόφισμα, κύρμα, τρίμμα, παιπ., Ar. Av. 430; λόγων τι παιπ. καὶ κακὴ γλῶσσα, Aeschrio bei Ath. VIII, 335 d (Anth. VII, 645); Aeschin. 2, 40 sagt ὅ τι μὲν ἦν ποϑ' ὁ κέρκωψ ἢ τὸ καλούμενον παιπάλημα ἢ τὸ παλίμβολον, οὐκ ᾔδειν πρότερον, u. bezeichnet dann den Demosthenes als einen solchen; καὶ κίναδος, Luc. Pseudol. 32; vgl. VLL.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • παιπάλημα — παιπάλημα, τὸ (Α) 1. τρίμμα, άχνη 2. μτφ. (για πρόσ.) πανούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. τού παιπάλη* (πρβλ. πάλη [ΙΙ]: πάλημα)] …   Dictionary of Greek

  • παιπάλημα — piece of subtlety neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παιπάλημ' — παιπάλημα , παιπάλημα piece of subtlety neut nom/voc/acc sg παιπάλημι , παιπαλάω to be subtle pres ind act 1st sg παιπάλημαι , παιπαλάω to be subtle pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παιπαλήματα — παιπάλημα piece of subtlety neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάλημα — πάλημα, τὸ (Α) πολύ λεπτοκοσκινισμένο αλεύρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < πάλη (II) + κατάλ. ημα (πρβλ. παιπάλη: παιπάλημα)] …   Dictionary of Greek

  • παιπάλη — η (Α παιπάλη) 1. πολύ ψιλό αλεύρι 2. λεπτότατη σκόνη, άχνη αρχ. φρ. «λέγειν γενήσει τρίμμα, κρόταλον, παιπάλη» (στον Αριστοφ.) (με μτφ. σημ.) άνθρωπος που πραγματεύεται πολύ λεπτά θέματα. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η λ. παιπάλη με σημ. «λεπτότατο… …   Dictionary of Greek

  • πολυπαίπαλος — ον, Α 1. (για τους Φαίακες) πολύ πανούργος 2. (για τον αιθέρα) πολύ στολισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + παίπαλος (< παιπάλη με τη μτφ. σημ. «σόφισμα, πανουργία», πρβλ. παιπάλημα, παιπάλιμος), βλ. λ. παιπάλη] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”