- ἱδρώω
ἱδρώω, nach dem homerischen ἱδρώοντα gebildet von Luc. Dea Syr. 10. 17.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
ἱδρώω, nach dem homerischen ἱδρώοντα gebildet von Luc. Dea Syr. 10. 17.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
ιδρώω — ἱδρώω (Α) [ιδρώς] ασυναίρ. τ. τού ιδρώ … Dictionary of Greek
ἱδρώω — ἱ̱δρώω , ἱδρόω sweat pres subj act 1st sg (epic) ἱ̱δρώω , ἱδρόω sweat pres ind act 1st sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ιδρώτας — Υγρό που εκκρίνεται από ορισμένους αδένες (τους λεγόμενους ιδρωτοποιούς), οι οποίοι βρίσκονται σε όλες τις δερματικές περιοχές και το εκχέουν στην επιφάνεια του δέρματος. Η έκκριση του ι. ποικίλλει σημαντικά ανάμεσα στα άτομα. Είναι μεγαλύτερη… … Dictionary of Greek
ίδρωση — η (Α ἵδρωσις) [ιδρώω] η έκκριση ιδρώτα, η εφίδρωση … Dictionary of Greek
ιδρωτήριο — το (Α ἱδρωτήριον) [ιδρώω] θάλαμος εφίδρωσης με την επίδραση θερμών ατμών νεοελλ. μέσο με το οποίο προκαλείται ιδρώτας … Dictionary of Greek
ιδρώνω — (ΑΜ ἱδρῶ, όω, Μ και ἱδρώνω, Α και ἱδρώω) [ιδρώς] εκκρίνω ιδρώτα νεοελλ. 1. κοπιάζω, μοχθώ («ιδρώνει να βγάλει το ψωμί του») 2. (για φυτά ή και πράγματα) εκβάλλω από τους πόρους μου σταγονίδια υγρού («ίδρωσε ο τοίχος») 3. κάνω κάποιον να ιδρώσει 4 … Dictionary of Greek
ριγώ — (I) ώω, Α τρέμω από το κρύο, τουρτουρίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥῖγος κατά το ἱδρώω (< ἱδρώς)]. (II) όω, Α τρέμω από το κρύο, κρυώνω («ῥιγοῡν τε γὰρ καὶ είναι γυμνή», Ηρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Δευτερογενής σχηματισμός από το ρ. ῥιγώω, που μαρτυρείται στη μτχ.… … Dictionary of Greek
υπνώω — Α νυστάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ὑπνώω παράγεται από την λ. ὕπνος και έχει σχηματιστεί, κατά μία άποψη, με έκταση από έναν τ. ενεστ. *ὑπνάω, ῶ, ενώ, κατ άλλη άποψη, αναλογικά προς τον τ. ἱδρώω] … Dictionary of Greek
su̯eid-2 — su̯eid 2 English meaning: to sweat; sweat n. Deutsche Übersetzung: ‘schwitzen” Material: O.Ind. svídyati, svē datē ‘schwitzt”, svē da m. = Av. xvaēda ‘schweiß” (= Gmc. *swaita ); Arm. k”irt n, gen. an ‘schweiß” (rt from dr,… … Proto-Indo-European etymological dictionary