ἔμ-παλι

ἔμ-παλι

ἔμ-παλι, = Folgdm; Orph. H. 72, 5, Strat. 5 (XII, 5), u. öfter in der Anth.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πάλι — (ΑΜ πάλι και πάλιν) επίρρ. 1. (χρονικό) εκ νέου, ξανά, άλλη μια φορά (α. «πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θά ναι» β. «καὶ εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὴν συναγωγήν», ΚΔ) 2. (τοπικό) πίσω (α. «θα σού δώσω πάλι όσα δανείστηκα» β. «πάλιν χώρει μηδ… …   Dictionary of Greek

  • πάλι — επίρρ. 1. ξανά, άλλη μια φορά: Να έρθεις πάλι. 2. πίσω: Πήρε το βιβλίο και το έφερε πάλι. 3. αντίθετα: Πολλοί θέλουν τη δημοτική γλώσσα, άλλοι πάλι έχουν επιφυλάξεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Πάλι — η γλωσσ. μεσαιωνική ινδοάρια γλώσσα βορειοϊνδικής προέλευσης, που αποτελεί γλώσσα τού βουδιστικού κανόνα Θεραβάντα και τής βουδιστικής ιερής φιλολογίας, αλλ. παλική γλώσσα …   Dictionary of Greek

  • παλι(ο)- — βλ. παλαιο …   Dictionary of Greek

  • πάλι — πάλιν back poetic indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παλιώξει — παλῑώξει , παλίωξις pursuit in turn fem nom/voc/acc dual (attic epic) παλῑώξεϊ , παλίωξις pursuit in turn fem dat sg (epic) παλῑώξει , παλίωξις pursuit in turn fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παλινδίνητον — παλῑνδίνητον , παλινδίνητος whirling round and round masc/fem acc sg παλῑνδίνητον , παλινδίνητος whirling round and round neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παλινδίνητε — παλῑνδίνητε , παλινδίνητος whirling round and round masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παλινδίνητος — παλῑνδίνητος , παλινδίνητος whirling round and round masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παλιώξεως — παλῑώξεω̆ς , παλίωξις pursuit in turn fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παλίωξιν — παλί̱ωξιν , παλίωξις pursuit in turn fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”