ὑπ-άγροικος

ὑπ-άγροικος

ὑπ-άγροικος, etwas bäurisch; Sext. Emp. adv. mus. 50; διάλεκτος ὑπαγροικοτέρα Ar. ib. adv. gramm. 228.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἀγροῖκος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγροικος — dwelling in the fields masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγροίκος — ο και άγροικος, η, ο (AM ἀγροῑκος, ον) 1. απολίτιστος, ακαλλιέργητος, άξεστος, τραχύς στη συμπεριφορά 2. ανόητος νεοελλ. άπειρος, αμαθής μσν. ειλικρινής, απονήρευτος, απλοϊκός αρχ. 1. αυτός που κατοικεί στην ύπαιθρο, στους αγρούς 2. (για πρόσωπα) …   Dictionary of Greek

  • αγροίκος — α, ο άξεστος, με κακούς τρόπους: Έχει τρόπους πολύ αγροίκους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγροικότερον — ἄγροικος dwelling in the fields adverbial comp ἄγροικος dwelling in the fields masc acc comp sg ἄγροικος dwelling in the fields neut nom/voc/acc comp sg ἀγροῖκος adverbial comp ἀγροῖκος masc acc comp sg ἀγροῖκος neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγροικοτάτων — ἄγροικος dwelling in the fields fem gen superl pl ἄγροικος dwelling in the fields masc/neut gen superl pl ἀγροῖκος fem gen superl pl ἀγροῖκος masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγροικοτέρων — ἄγροικος dwelling in the fields fem gen comp pl ἄγροικος dwelling in the fields masc/neut gen comp pl ἀγροῖκος fem gen comp pl ἀγροῖκος masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγροικότατον — ἄγροικος dwelling in the fields masc acc superl sg ἄγροικος dwelling in the fields neut nom/voc/acc superl sg ἀγροῖκος masc acc superl sg ἀγροῖκος neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγροίκως — ἄγροικος dwelling in the fields adverbial ἄγροικος dwelling in the fields masc/fem acc pl (doric) ἀγροῖκος adverbial ἀγροῖκος masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἄγροικος — ἄγροικος , ἄγροικος dwelling in the fields masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγροικοτάτοις — ἄγροικος dwelling in the fields masc/neut dat superl pl ἀγροῖκος masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”