ὑπερ-άρχω

ὑπερ-άρχω

ὑπερ-άρχω, darüber herrschen, vorherrschen, LXX.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὑπεράναρχον — ὑπέρ , ἀνά ἄρχω to be first imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ὑπέρ , ἀνά ἄρχω to be first imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πράττω — ΝΜΑ, πράσσω ΜΑ, ιων. τ. πρήττω, ιων. επικ. τ. πρήσσω, κρητ. τ. πράδδω, Α 1. εκτελώ, διενεργώ, κάνω (α. «έπραξε το καθήκον του» β. «οἱ μὲν δὴ ταῡτ ἔπραξάν τε καὶ ἔλεξαν», Ξεν. γ. «τοῡ πράττειν πάντα, Δέσποτα, τὰ τῆς οἰκείας γνώμης», Πρόδρ.) 2. (το …   Dictionary of Greek

  • Modern Greek grammar — Main article: Modern Greek The grammar of Standard Modern Greek, as spoken in present day Greece and Cyprus, is basically that of Demotic Greek, but it has also assimilated certain elements of Katharevousa, the archaic, learned variety of Greek… …   Wikipedia

  • ιεράρχιος — ἱεράρχιος, ον (Α) ο ιεραρχικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο) * + άρχιος (< αρχος < άρχω), πρβλ. πολυ άρχιος, υπερ άρχιος] …   Dictionary of Greek

  • μετάρχιος — μετάρχιος, ὁ (Α) ονομασία μήνα στη Κρήτη. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + άρχιος (< αρχος < ἄρχω), πρβλ. πολυ άρχιος, υπερ άρχιος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”