ὑπερ-φίαλος

ὑπερ-φίαλος

ὑπερ-φίαλος, ον, gewaltig, übergewaltig, übermüthig, stolz, entweder verwandt mit ὑπέρβιος, entstanden aus ὑπερβίαλος, oder verwandt mit ὑπερφυής, entstanden aus ὑπερφύαλος; vgl. Buttmann Lexil. 2 S. 209 Curtius Grundz. d. Griech. Etym. 2. Aufl. S. 648. Die Ableitungen von φιάλη taugen wohl entschieden Nichts. Oft bei Hom., der es lobend und tadelnd gebraucht, lobend z. B. Odyss. 21, 289 οὐκ ἀγαπᾷς ὃ ἕκηλος ὑπερφιάλοισι μεϑ' ἡμῖν δαίνυσαι, wo es nach Scholl. Aristonic. Iliad. 15, 94 = ἀγαϑοῖς ist, »den Vornehmen«, vgl. Scholl. V Odyss. 21, 289 ὑπερφιάλοισι: νῦν τοῖς κατ' ἀρετὴν διαφέρουσι; Lehrs Aristarch. ed. 2 p. 146. Oefters heißen ὑπερφίαλοι bei Hom. die Freier der Penelope; die Kyklopen Odyss. 9, 106; die Troer, Iliad. 13, 621; ϑυμὸς ὑπερφίαλος Iliad. 15, 94; ὑπερφίαλον ἔπος Odyss. 4, 503; μύϑους ὑπερφίαλους Odyss. 4, 774. – Iliad. 5, 881 Τυδέος υἱὸν ὑπερφίαλον Διομήδεα, Scholl. Didym. αἱ Ἀριστάρχου ὑπερφίαλον, οὐχ ὑπέρϑυμον, ὥςπερ αἱ δημώδεις. – Folgende Dichter; ἁγεμών Pind. P. 4, 111; γόνος 2, 42; Μολίονες Ol. 11, 34. – Adv. gewaltig, übermäßig, allzusehr, νεμεσᾶν Il. 13, 293 Od. 17, 481. 21, 285, ἀνιάζειν Il. 18, 300, ὑβρίζειν Od. 1, 227, ἦ μέγα ἔργον ὑπερφιάλως ἐτελέσϑη 4, 663; 16, 346; so ist auch das neutr. bei Ion bei Ath. XI, 495 c zu nehmen, ἐκ ζαϑέων πιϑακνῶν ἀφύσσοντες ὄλπαις οἶνον ὑπερφίαλον κελαρύζετε.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • υπερ- — α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στην πρόθεση ὑπέρ* και εμφανίζει τις ακόλουθες σημασίες: α) πάνω, πέρα, έξω, μακριά από κάτι, με καθαρά τοπική σημασία (πρβλ. υπέρ θυρο, υπερ πηδώ, υπερ πόντιος), αλλά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”