ἐξ-αλίστρα

ἐξ-αλίστρα

ἐξ-αλίστρα, ἡ, = ἀλινδήϑρα, Poll. 1, 183.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἀλίστρα — ἀλίστρᾱ , ἀλίστρα fem nom/voc/acc dual ἀλίστρᾱ , ἀλίστρα fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλίστρα — ἀλίστρα, η (Α) [ἀλίνδω] αλινδήθρα, κυλίστρα τών αλόγων …   Dictionary of Greek

  • ἀλίστρας — ἀλίστρᾱς , ἀλίστρα fem acc pl ἀλίστρᾱς , ἀλίστρα fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”