ἐπί-βασις

ἐπί-βασις

ἐπί-βασις, , das Hinaufsteigen; χάρακος D. Hal. 5, 41; ὄνων, Bespringen, Plut. Amator. c. 9 m.; das Heranrücken, der Angriff, Luc.; vom Meere, Ueberschwemmung, Pol. 34, 9, 6; – übertr., καὶ ὁρμαί Plat. Rep. VI, 511 b; ἐπίβασιν εἴς τινα ποιεῖσϑαι, Veranlassung, Her. 6, 61; – das Darauftreten, τῆς χιόνος ἄδηλον ποιούσης τὴν ἐπίβασιν Pol. 3, 54, 5.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • βάση — η (AM βάσις) 1. το σημείο ή το μέρος όπου πατάει ή στηρίζεται κάποιος ή κάτι, υπόβαθρο, θεμέλιο («η βάση της σκάλας», «βάσις του κίονος») 2. ανατ. το σημείο στήριξης ή το πλατύτερο μέρος ορισμένων μερών του σώματος («η βάση της κεφαλής») 3. (γεωμ …   Dictionary of Greek

  • ВАСИЛИЙ ВЕЛИКИЙ — [греч. Βασίλειος ὁ Μέγας] (329/30, г. Кесария Каппадокийская (совр. Кайсери, Турция) или г. Неокесария Понтийская (совр. Никсар, Турция) 1.01.379, г. Кесария Каппадокийская), свт. (пам. 1 янв., 30 янв. в Соборе 3 вселенских учителей и святителей; …   Православная энциклопедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”