ὅπου

ὅπου

ὅπου, ion. ὅκου, correl. zu ποῦ, relativ u. indirect fragend, wo; Od. 3, 16 (ὅϑι που, wo etwa, 19, 411); σιγᾶν ϑ' ὅπου δεῖ καὶ λέγειν τὰ καίρια, Aesch. Ch. 575, vgl. Eum. 267; ὅπου δώματ' ἐστὶν Οἰδίπου, Soph. O. R. 924, öfter; Plat. Gorg. 507 b u. sonst; – c. opt. in indirecter Rede; Soph. O. C. 12; εἰςάπαξ εἰπεῖν, ὅπου μηδεὶς ἐῴη, auch wenn keiner es erlaubte, wie ubi, Phil. 441; – mit ἄν und conj., in Beziehung auf die Gegenwart, ὅπου ἂν οἴηται ὄψεσϑαι τὸν ἔχοντα τὸ κάλλος, überall wo er meint, Plat. Phaedr. 251 e; – auch c. gen., τῆς ἑωυτοῦ χώρης οἰκῆσαι ὅκου βούλονται, Her. 1, 163; μὴ εἰδέναι ὅπου γῆς ἐστι, Plat. Rep. III, 403 e; ὅπου τῆς πόλεως ἵδρυται, IV, 429 a; ὅπου ἂν τύχῃ τῶν λεγομένων, Prot. 342 e. – Auch bei τίϑημι, vgl. ponere in loco, ὅπου ἄν τις αὐτὰ ϑῇ, Plat. Euthyphr. 11 c, vgl. ibd. ὅπου ἂν ἱδρυσώμεϑα αὐτόν; Soph. vrbdt auch κεῖνος ὅπου βέβηκεν, οὐδεὶς οἶδε, Trach. 40 (vgl. βαίνω). – Selten ist es causal zu nehmen, εἴπερ εἶδες τόπερ ἐγώ, κάρτα ἂν ἐϑωΰμαζες, ὅκου νῦν οὕτω τυγχάνεις ϑώϋμα ποιεύμενος, da du jetzt schon, Her. 1, 68; so ὅπου γε Xen. Cyr. 2, 3, 11. 8, 4, 31; vgl. Antiph. 1, 7; Sp., wie Plut. Rom. 25. – Ἔσϑ' ὅπου, es ist wo, es giebt Gegenden wo, d. i. hier u. da, an manchen Orten, alicubi, Eur. I. A. 929; οὐκ ἔσϑ' ὅπου, in keinem Falle, Soph. O. R. 448 Ai. 1048. 1082; Eur. Herc. Fur. 186, niemals; – ὅπου μένὅπου δέ, hier – dort, Plut. Def. or. 32; S. Emp. oft.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὅπου — in some places indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όπου — και οπού (ΑΜ ὅπου, ιων. τ. ὅκου) (αναφ. επίρρ.) 1. (ως τοπ.) στον τόπο που, εκεί που, σε όποιον τόπο (α. «άφησέ το όπου θέλεις» β. «τῆς πόλεως ὅπου κάλλιστον στρατοπεδεύσασθαι», Πλάτ.) 2. (για χρόνο ή περίσταση) οπότε, οσάκις, σε όποια περίπτωση… …   Dictionary of Greek

  • οπού — επίρρ. βλ. όπου …   Dictionary of Greek

  • όπου — επίρρ. αναφορ. τοπ., στον τόπο που, σ όποιο μέρος: Όπου κι αν πας δε θα ’σαι καλύτερα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ὅπου γὰρ ἡ λεοντῆ μὴ ἐιρικνεῖ ται, προσραπτέον ἐκεῖ τὴν ἀλωπεκῆν. — ὅπου γὰρ ἡ λεοντῆ μὴ ἐιρικνεῖ ται, προσραπτέον ἐκεῖ τὴν ἀλωπεκῆν. См. Где волчий рот, а где лисий хвост …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ὀποῦ — ὀπός juice masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὅπου τις ἀλγεῖ, κεῖθι καὶ τὴν χεῖρ’ ἔχει. — См. Где больно, там рука …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὄπου πολλοὶ πετεινοί ἐχεὶ ἡμέρα οὐ γένεται. — См. У семи нянек дитя без глаза …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὄπου φιλεῖς, μὴ δάνειζε. — См. Хочешь врага нажить дай ему взаймы …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὃπου τὶς ἄλγει κεῖσε καὶ τὸν νοῦν ἔχει. — См. Что у кого болит, тот о том и говорит …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Τὶ μάλιστα ἵππον πιαίνει, ὁποῦ δεσπότου ὀφθαλμός. — τὶ μάλιστα ἵππον πιαίνει, ὁποῦ δεσπότου ὀφθαλμός. См. Хозяйский глаз смотрок! …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”