ἄ-τυκτος

ἄ-τυκτος

ἄ-τυκτος, unvollendet, ungethan, Phocyl.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • τυκτός — finished masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυκτός — ή, όν, Α 1. κατασκευασμένος, τεχνητός 2. (γενικά) αυτός που έχει κατασκευαστεί, που έχει υποστεί κατεργασία με τέχνη («τυκτὰν μάρμαρον», Θεόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από τη μηδενισμένη βαθμίδα τής ρίζας τού ρ. τεύχω (βλ. λ. τεύχω) με… …   Dictionary of Greek

  • τυκτῶν — τυκτός finished fem gen pl τυκτός finished masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυκτόν — τυκτός finished masc acc sg τυκτός finished neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυκταί — τυκτός finished fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυκτοῖο — τυκτός finished masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυκτοῖσι — τυκτός finished masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυκτοῦ — τυκτός finished masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυκτῆς — τυκτός finished fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυκτῇσι — τυκτός finished fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τυκτή — τυκτός finished fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”