- ἀν-ομοιο-ειδής
ἀν-ομοιο-ειδής, ές, von ungleicher Art, Arist. Nicom. 9, 1.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
ἀν-ομοιο-ειδής, ές, von ungleicher Art, Arist. Nicom. 9, 1.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
κυαμοειδής — ές αυτός που έχει σχήμα όμοιο με κύαμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύαμος + ειδής (< εἶδος)] … Dictionary of Greek
μαιανδροειδής — ές αυτός που έχει σχήμα μαιάνδρου. επίρρ... μαιανδροειδώς με σχήμα όμοιο με αυτό τού μαιάνδρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαίανδρος + ειδής*. Η λ. μαρτυρείται από το 1894 στον Αθ. Κουμανούδη] … Dictionary of Greek
ομοειδής — ές (ΑΜ ὁμοειδής, ές) 1. αυτός που ανήκει στο ίδιο είδος, αυτός που έχει τις ίδιες ιδιότητες 2. αυτός που είναι όμοιος με άλλον στη μορφή ή στο σχήμα αρχ. 1. ομογενής 2. αντίστοιχος («ἡλικίῃ μάλιστα τῇ ὁμοειδέϊ», Ιπποκρ.) 3. ομοιόμορφος 4. αυτός… … Dictionary of Greek
ομφαλοειδής — ές (ΑΜ ὀμφαλοειδής, ές) αυτός που μοιάζει με ομφαλό κατά το σχήμα, ο στρογγυλός σαν τον ομφαλό, ο ομφαλωτός. επίρρ... ομφαλοειδώς με σχήμα όμοιο με τού ομφαλού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀμφαλός + ειδής*] … Dictionary of Greek
πιοειδής — ές, Α αυτός που έχει το σχήμα τού γράμματος πι. επίρρ... πιοειδῶς Α με σχήμα όμοιο με το στοιχείο πι. [ΕΤΥΜΟΛ. < πι / πεῖ* + ειδής*] … Dictionary of Greek
σιγμοειδής — ές, ΝΑ αυτός που έχει το σχήμα τού αρχαίου ελληνικού σίγμα , ημικυκλικός νεοελλ. 1. αυτός που έχει το σχήμα τού λατινικού σίγμα [S], δηλαδή αυτός που είναι καμπύλος και στα δύο του άκρα, αλλά προς αντίθετες διευθύνσεις 2. φρ. α) «σιγμοειδείς… … Dictionary of Greek
σπογγοειδής — ές, ΝΜΑ, και σφογγοειδής, ές, Α αυτός που μοιάζει με σπόγγο στη σύσταση και στις ιδιότητες νεοελλ. 1. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα σπογγοειδή ζωολ. οι σπόγγοι 2. φρ. «σπογγοειδής μυκητίαση» ιατρ. λέμφωμα τού δέρματος που δεν έχει όμως καμία σχέση… … Dictionary of Greek