- ἀνθικός
ἀνθικός, die Blumen betreffend, Theophr., zw.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
ἀνθικός, die Blumen betreffend, Theophr., zw.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
ανθικός — ή, ό (Α ἀνθικός, ή, όν) νεοελλ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα άνθη αρχ. εκείνος που ανθοφορεί, που βγάζει λουλούδια … Dictionary of Greek
ἀνθικά — ἀνθικός flowering neut nom/voc/acc pl ἀνθικά̱ , ἀνθικός flowering fem nom/voc/acc dual ἀνθικά̱ , ἀνθικός flowering fem nom/voc sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνθικῶν — ἀνθικός flowering fem gen pl ἀνθικός flowering masc/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνθικόν — ἀνθικός flowering masc acc sg ἀνθικός flowering neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διμορφισμός — Η ύπαρξη δύο διαφορετικών μορφών σε άτομα του ίδιου είδους ζώων ή φυτών. Διακρίνουμε δύο κύριες κατηγορίες δ.: τον γενετικό δ., ο οποίος οφείλεται σε χαρακτηριστικά που ελέγχονται γενετικά, και τον μη γενετικό δ., που οφείλεται σε άλλους… … Dictionary of Greek
άνθος — Βασικό τμήμα κάθε φυτού, αν και υπάρχουν φυτά που δεν ανθοφορούν.Λέγεται και λουλούδι. Το ά. είναι το μέρος του φυτού που περιέχει τα όργανα της εγγενούς αναπαραγωγής· κατά κανόνα είναι το πιο όμορφο, το πιο φανταχτερό και το πιο ευωδιαστό μέρος… … Dictionary of Greek
καρπός — I (Βοτ.). Το προϊόν στο οποίο μεταμορφώνεται, μετά τη γονιμοποίηση, η ωοθήκη του άνθους. Το γονιμοποιημένο ωοκύτταρο εξελίσσεται σε έμβρυο, οι σπερματικοί χιτώνες που το περιβάλλουν σχηματίζουν το σπερματικό περίβλημα και ολόκληρη η σπερματική… … Dictionary of Greek
ψευδής — ές, ΝΜΑ (για πράγμ.) αυτός που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, στην πραγματικότητα, αναληθής ή ανύπαρκτος, ψεύτικος (α. «ψευδείς πληροφορίες» β. «ψευδῆ φήμην ἡμῶν κατὰ θεοῡ ὑμνούντων», Πλάτ.) νεοελλ. 1. ανειλικρινής, προσποιητός, υποκριτικός (α … Dictionary of Greek