- ἀκρο-γωνιαῖος
ἀκρο-γωνιαῖος λίϑος, Eckstein, N. T., auch ἀκρόγωνος.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
ἀκρο-γωνιαῖος λίϑος, Eckstein, N. T., auch ἀκρόγωνος.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
ακρογωνιαίος — α, ο (Α ἀκρογωνιαῑος, α, ον, Μ και ἀκρόγωνος, ον) 1. αυτός που βρίσκεται στη γωνία, στο σημείο όπου συναντώνται δύο πλευρές 2. φρ. «ακρογωνιαίος λίθος» α) (για οικοδομήματα) ο βασικός, ο θεμέλιος λίθος εξωτερικής γωνίας κτηρίου β) στήριγμα, βάση … Dictionary of Greek