- λόρδωσις
λόρδωσις, ἡ, eine fehlerhafte Bildung des Halses u. Rückgrates, wenn sie nach vorn oder einwärts gebogen sind, Ggstz von κύφωσις, Hippocr. – In obscönem Sinne, Schol. Theocr. 5, 43.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
λόρδωσις, ἡ, eine fehlerhafte Bildung des Halses u. Rückgrates, wenn sie nach vorn oder einwärts gebogen sind, Ggstz von κύφωσις, Hippocr. – In obscönem Sinne, Schol. Theocr. 5, 43.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
λόρδωσις — a curvature fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λορδώσεις — λόρδωσις a curvature fem nom/voc pl (attic epic) λόρδωσις a curvature fem nom/acc pl (attic) λορδόω bend oneself supinely aor subj act 2nd sg (epic) λορδόω bend oneself supinely fut ind act 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λορδώσεσιν — λόρδωσις a curvature fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Lordosis — (Del gr. lordosis.) ► sustantivo femenino MEDICINA Curvatura de la columna vertebral con convexidad hacia delante. IRREG. plural lordosis * * * lordosis (del gr. «lórdōsis») f. Med. Torcedura de un hueso con la convexidad hacia la parte delantera … Enciclopedia Universal
λορδωσικός — ή, ό [λόρδωσις] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη λόρδωση 2. ως ουσ. αυτός που πάσχει από λόρδωση … Dictionary of Greek
λορδός — (lord). Τίτλος ευγενείας. Στη Μεγάλη Βρετανία ο τίτλος αναφέρεται γενικά σε πρίγκιπα ή μονάρχη, καθώς και σε φεουδάρχη ανώτερης βαθμίδας, ο οποίος υπάγεται άμεσα στην εξουσία του βασιλιά. Αφορά τους κληρονόμους του τίτλου, οι οποίοι δικαιούνται… … Dictionary of Greek
λόρδωση — Ανώμαλη κάμψη της σπονδυλικής στήλης, που προκαλεί μεταβολή της θέσης του κορμού. Κατά τη λ. οι γλουτοί προεξέχουν, οι ώμοι γέρνουν προς τα πίσω, ενώ η ραχιαία και η οσφυϊκή περιοχή σχηματίζουν μεγάλη καμπύλη. Η πάθηση αυτή είναι σπάνια. Συνήθως… … Dictionary of Greek
λορδώσεως — λορδώσεω̆ς , λόρδωσις a curvature fem gen sg (attic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λόρδωσιν — λόρδων the demon of impure masc dat pl λόρδωσις a curvature fem acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
lordosis — (Del gr. λόρδωσις). f. Med. Corcova con prominencia anterior … Diccionario de la lengua española