μολγός

μολγός

μολγός, , ein Sack von Rindsleder, tarentinisch nach Poll. 10, 187. – Bei Ar. Equ. 957, ἀλλ' ἐὰν τούτῳ πίϑῃ, μολγὸν γενέσϑαι δεῖ σε, war das Wort schon den alten Erkl. unklar, die es theils πένης, παρὰ τὸ ἀμέλγεσϑαι καὶ ζημιοῦσϑαι erkl., gleichsam gemelkt, oder = ἀμολγός, ἀμολγοὺς δὲ τοὺς ἀμέλγοντας τὰ κοινά, oder κλέπτην τῶν δημοσίων, der öffentliche Gelder angreift, wie Voß übersetzt »Melker«; doch liegt gewiß, wie das entsprechende ψωλὸν γενέσϑαι μέχρι τοῠ μυῤῥίνου, eine Zweideutigkeit darin. Andere Deutungen γλαυκός, βραδύς sind unverständlich. Der Schol. citirt auch aus Ar. αἵνειν μολγόν = ἀσκὸν δέρειν, vgl. Poll. a. a. O.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μολγός — μολγός, ὁ (Α) 1. (στη γλώσσα τών Ταραντίνων) σάκος ή ασκός από δέρμα βοδιού 2. μοχθηρός 3. ακόλαστος, ασελγής 4. (κατά τον Ησύχ.) κλέπτης 5. φρ. α) «μολγὸν γενέσθαι δεῑ σε» πρέπει να σού γδάρουν, να σού αργάσουν το τομάρι, Αριστοφ. β. «μολγὸν… …   Dictionary of Greek

  • μολγός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μολγοί — μολγός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μολγοῦ — μολγός masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μολγούς — μολγός masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μολγῶ — μολγός masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μολγῷ — μολγός masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μολγόν — μολγός masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • molko- —     molko     English meaning: leather pouch     Deutsche Übersetzung: “Ledersack, Ledertasche”     Material: O.H.G. malaha, M.H.G. malhe “Ledertasche”, O.Ice. malr ‘sack, bag”, Gk. tarent. μολγός ‘sack, bag from Rindsleder”; die Unstimmigkeit in …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • Κυναμολγοί — Κυναμολγοί, οἱ (Α) 1. αρχαία λιβυκή φυλή που κατοικούσε στην περιοχή τού Ισημερινού 2. σκύλοι που τρέφονταν με γάλα αγελάδας. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύων, κυνός + αμολγός (< ἀμέλγω «αρμέγω»), πρβλ. βου μολγός] …   Dictionary of Greek

  • ιππημολγός — ἱππημολγός, ὁ (Α) (για σκυθική ή ταταρική φυλή) αυτός που αρμέγει φοράδες, επομ. που χρησιμοποιεί το γάλα φοράδας για τροφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο) * + ημολγός (< ἀμέλγω «αρμέγω»), πρβλ. βου μολγός, Κυν αμολγός. Το η λόγω «εκτάσεως εν συνθέσει»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”