- δεκά-πηχυς
δεκά-πηχυς, zehn Ellen lang, hoch, Her. 9, 81; Pol. 17, 16 u. sonst.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
δεκά-πηχυς, zehn Ellen lang, hoch, Her. 9, 81; Pol. 17, 16 u. sonst.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
χιλιόπηχυς — υ, Α αυτός που έχει μήκος χιλίων πήχεων. [ΕΤΥΜΟΛ. < χιλι(ο) * + πῆχυς (πρβλ. δεκά πηχυς, τρί πηχυς)] … Dictionary of Greek
πεντα- — και πεντ και πενθ , ΝΜΑ, πεντο , Ν, πεντε , Α α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που ανάγεται στο αριθμητικό πέντε και σημαίνει ότι αυτό που δηλώνει το β συνθετικό υπάρχει ή γίνεται πέντε φορές (πρβλ. πεντά γωνος, πεντα… … Dictionary of Greek