- δι-βόλιον
δι-βόλιον, τό, = vorigem 1); Plut. Mar. 25 ist διβόλια wohl in διβολία zu ändern.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
δι-βόλιον, τό, = vorigem 1); Plut. Mar. 25 ist διβόλια wohl in διβολία zu ändern.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
βόλιον — ἀντιβολέω meet imperf ind act 3rd pl (doric) ἀντιβολέω meet imperf ind act 1st sg (doric) βόλιον counter neut nom/voc/acc sg βολέω to be stricken imperf ind act 3rd pl (doric) βολέω to be stricken imperf ind act 1st sg (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βόλια — βόλιον counter neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
θυρηβόλιον — θυρηβόλιον, τὸ (Α) έπαυλη, αγροικία, εξοχική κατοικία. [ΕΤΥΜΟΛ. < θύρα + βόλιον (< βόλος < βάλλω), πρβλ. αγκυρη βόλιον, κεραυνο βόλιον] … Dictionary of Greek
μαζοβόλιο — μαζοβόλιον, τὸ (Α) το μαζονόμον*. [ΕΤΥΜΟΛ. < μᾶζα + βόλιον (< βόλος < βάλλω), πρβλ. θυρη βόλιον, σιδηρο βόλιον] … Dictionary of Greek
σιδηροβόλιον — τὸ, Α η άγκυρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιδηρο * + βόλιον (< βόλος < βόλος < βάλλω), πρβλ. ἀγκυρο βόλιον] … Dictionary of Greek
τρυγαβόλιον — και δ. γρφ τρυγηβόλιον, τὸ, Α (κατά τον Ησύχ.) αποθήκη διατήρησης ξηρών καρπών. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρύγη + βόλιον (< βόλος < βάλλω), πρβλ. σιτο βόλιον (για τη σημ. τής λ. βλ. λ. τρυγώ)] … Dictionary of Greek
BOLI — Graece Βόλοι, non tantum tesserarum iactus, sed et ipsae tesserae Graecis dictae sunt. Eustathius, Κύβαι μὲν γὰρ οἱ καταρπιτό μενοι ἑξμ´πλδροι Βόλοι καὶ ὁιανεὶ κατακ υβιςτῶντες εν τῷ Βάλλεςθαι: a iactando videl. vel iaciendo, quod Graecis Βάλλειν … Hofmann J. Lexicon universale
αστραπόβολο — και βόλι, το και βολος, ο 1. αλλεπάλληλες αστραπές 2. ο κεραυνός 3. αερόλιθος που προέρχεται από κεραυνό σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < αστραπή + βόλι < μσν. βόλιον, υποκορ. του αρχ. βόλος < βάλλω. Κατά το αστραπόβολο αστραποβόλι … Dictionary of Greek
κρασοβόλι — το (Μ κρασοβόλιον και κρασοβόλιν) ποσότητα κρασιού που συνοδεύει το γεύμα τών μοναχών στα μοναστήρια νεοελλ. 1. κρασί 2. άφθονη πόση κρασιού, μεθοκόπι μσν. κρασοπότηρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρασί + βόλι(ν) (< βόλιον < βόλος < βάλλω), πρβλ.… … Dictionary of Greek
κτηνοβόλιν — κτηνοβόλιν, τὸ (Μ) άθροισμα κτηνών, κοπάδι ζώων. [ΕΤΥΜΟΛ. < κτῆνος + βόλιν < βόλι(ον), που συχνά εμφανίζεται με τη σημ. «πλησμονή» (< βόλιον, υποκορ. τού βόλος), πρβλ. αστραπο βόλι] … Dictionary of Greek
σιτοβολείον — και σιτοβόλιον, τὸ, Α η σιταποθήκη. [ΕΤΥΜΟΛ. < σῖτος + βολεῖον / βόλιον μέσω αμάρτυρου *σιτοβόλος (πρβλ. σταφιδο βολεῖον)] … Dictionary of Greek