μόρφνος — και μορφνός, ὁ (Α) 1. (για αετό) μελαψός, μαυρωπός 2. είδος αετού, πιθ. γυπαετού, με φτερά μελανόστικτα, ο μαυραετός 3. (κατά τον Ησύχ.) «μορφνός, ξανθός» 4. (κατά το λεξ. Σούδα) «σκοτεινός». [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η ομοιοκαταληξία και η… … Dictionary of Greek
μόρφνος — masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μόρφνοιο — μόρφνος masc gen sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μόρφνον — μόρφνος masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
PERCNOPTERUS — seu Gypaeetus, degeneris aquilae genus, vulturinâ specie, cuius mentio Iob. c. 39. v. 33. Pulli eius sorbent sanguinem, et, ubi sunt cadavera, illic est. Et Matth. c. 24. v. 28. Ubicumque fuerit cadaver, illic congregabuntur aquiloe. His enim… … Hofmann J. Lexicon universale
μέρμνος — και μέρμνης, ὁ (Α) 1. είδος γερακιού 2. (κατά τον Ησύχ.) «μέρμνης τρίορχος». [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για λ. με λυδική προέλευση (πρβλ. ονομ. λυδικής δυναστείας Μερμνάδαι). Η σύνδεση τής λ. με το ανθρωπωνύμιο Μάρμαξ (και Βάρδαξ) και με τη λ.… … Dictionary of Greek
μορφή — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 860 μ., 97 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βοΐου, του νομού Κοζάνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Τσοτιλίου. * * * η (ΑΜ μορφή, Α δωρ. τ. μορφά) 1. το πρόσωπο τού ανθρώπου, θωριά, παρουσιαστικό (α. «όποια η μορφή τέτοια και η… … Dictionary of Greek
μορύσσω — (Α) 1. μολύνω, λερώνω, βρομίζω 2. αναμιγνύω, ανακατώνω 3. μωλύνω*. [ΕΤΥΜΟΛ. Οι τ. μορύσσω και μόρυχος εμφανίζουν πιθ. την ετεροιωμένη βαθμίδα *mor( u ) τής ΙΕ ρίζας *mer «σκούρα χρώματα, βρόμικη κηλίδα» (με παρέκταση u ) και συνδέονται πιθ. με… … Dictionary of Greek
φήνη — ἡ, Α 1. είδος αρπακτικού πτηνού, πιθ. ο γενειοφόρος γυπαετός·2. ιερό πτηνό τής Αθηνάς. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. ονομασία αρπακτικού πτηνού, η οποία, κατά μία άποψη, ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *bhā / *bh(e)ә2 «λάμπω, φωτίζω» (βλ. λ. φως) και αποτελεί… … Dictionary of Greek
φλεγύας — Μυθολογικό πρόσωπο, γιος του Άρη και της Δωτίδας, γενάρχης και βασιλιάς του ληστρικού λαού των Φλεγύων της Θεσσαλίας. Πατέρας του Ιξίωνα και της Κορωνίδας, από την οποία ο Απόλλων απέκτησε τον Ασκληπιό. Επειδή ο Φ. πυρπόλησε τον ναό του Απόλλωνα… … Dictionary of Greek
mer-2 ; *extended mer-ek- — mer 2 ; *extended mer ek English meaning: to shimmer, shine Deutsche Übersetzung: “flimmern, funkeln” Material: O.Ind. márīci , marīcī “Lichtstrahl, Luftspiegelung” (marī : Gk. μαῖρα, μαρί̄λη); Gk. μαρμαίρω, μαρμαρίζω ‘schimmere” … Proto-Indo-European etymological dictionary