τρᾱνής

τρᾱνής

τρᾱνής, ές, adv. τρᾱνῶς (τετραίνω, vgl. τορός), durchdringend, durchbohrend, scharf, hell, deutlich, vom Gesicht u. Gehör, auch übertr. von Gedanken, klar, deutlich, wie σαφής; Soph. οὐδὲν γὰρ ἴσμεν τρανές, ἀλλ' ἀλώμεϑα, Ai. 23; – adv.; τρανῶς εἰδέναι, Aesch. Ag. 1344; ἐρῶ, Eum. 45; οὐδέν γε τρανῶς ἀπέδειξας, Eur. Rhes. 40; μαϑεῖν, El. 758; öfter bei sp. D., wie Philodem. 28 (Plan. 234).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • τρανῆς — τρᾱνῆς , τρανής clear masc/fem acc pl (attic epic doric) τρᾱνῆς , τρανής clear masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρανής — ές, ΜΑ 1. διαπεραστικός 2. μτφ. διαυγής, καθαρός, σαφής. [ΕΤΥΜΟΛ. Η αναγωγή τού επιθ. τρᾱνής στη ρίζα τερ / τερη τού ρ. τείρω* (πρβλ. τέρετρον, τετραίνω), η οποία θεωρείται ικανοποιητική από σημασιολογική άποψη (πρβλ. τη σημ. τού επιθ. τορός… …   Dictionary of Greek

  • τρανής — τρᾱνής , τρανής clear masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρανῆ — τρᾱνῆ , τρανής clear neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) τρᾱνῆ , τρανής clear masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) τρᾱνῆ , τρανής clear masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρανέστερον — τρᾱνέστερον , τρανής clear adverbial comp τρᾱνέστερον , τρανής clear masc acc comp sg τρᾱνέστερον , τρανής clear neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρανότερον — τρᾱνότερον , τρανής clear adverbial comp τρᾱνότερον , τρανής clear masc acc comp sg τρᾱνότερον , τρανής clear neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρανεστέρα — τρᾱνεστέρᾱ , τρανής clear fem nom/voc/acc comp dual τρᾱνεστέρᾱ , τρανής clear fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρανεστέραις — τρᾱνεστέραις , τρανής clear fem dat comp pl τρᾱνεστέρᾱͅς , τρανής clear fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρανεστέρας — τρᾱνεστέρᾱς , τρανής clear fem acc comp pl τρᾱνεστέρᾱς , τρανής clear fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρανεῖ — τρᾱνεῖ , τρανής clear masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) τρᾱνεῖ , τρανής clear masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρανεῖς — τρᾱνεῖς , τρανής clear masc/fem acc pl τρᾱνεῖς , τρανής clear masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”