πρηστήρ

πρηστήρ

πρηστήρ, ῆρος, ὁ, feuriger Wetterstrahl, Blitzstrahl, Gewitter; Hes. Th. 846; πυρός, Coluth. 52; a. sp. D., wie Gemin. 3 (Plan. 30); βρονταί τε καὶ πρηστῆρες ἐπειςπίπτουσιν, Her. 7, 42; Arist. Meteorol. 3, 1; ὁ νεὼς ἐνεπρήσϑη, πρηστῆρος ἐμπεσόντος, da der Blitz eingeschlagen hatte, Xen. Hell. 1, 3, 1; vgl. Plut. de plac. phil. 3, 3. – Auch heftiger Sturmwind, Orkan, μεγάλῳ τυφῷ καὶ πρηστῆρι, Ar. Lys. 974; Lycophr. 1018; χϑόνιος, ein aus der Erde aufsteigender Wirbelwind, Arist.; vgl. auch Plut. a. a. O.; übtr. nennt Ap. Rh. 4, 777 die Blasebälge πρηστῆρες; – Wasserhose, übh. angeschwollener, reißender Strom; von Thränen, Eur. frg. Thes. 1. – Nach Poll. 2, 134 heißen die Adern am Halse, welche im Zorn aufschwellen, πρηστῆρες. – Bei Diosc. eine giftige Schlangenart, deren Biß Entzündung und Geschwulst verursacht.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρηστήρ — hurricane masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρηστήρ — ῆρος, ὁ, Α 1. θύελλα συνοδευόμενη από κεραυνούς, ορμητικός ανεμοστρόβιλος που μοιάζει με τυφώνα («πρηστήρων ἀνέμων τε κεραυνοῡ τε φλεγέθοντος», Ησίοδ.) 2. στον πληθ. οἱ πρηστῆρες α) ζεύγος φυσητήρων, τα φυσερά τών σιδηρουργών β) οι φλέβες τού… …   Dictionary of Greek

  • πρηστῆρα — πρηστήρ hurricane masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρηστῆρας — πρηστήρ hurricane masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρηστῆρε — πρηστήρ hurricane masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρηστῆρες — πρηστήρ hurricane masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρηστῆρι — πρηστήρ hurricane masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρηστῆρος — πρηστήρ hurricane masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρηστῆρσι — πρηστήρ hurricane masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρηστῆρσιν — πρηστήρ hurricane masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρηστήρων — πρηστήρ hurricane masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”