σκεπτικός

σκεπτικός

σκεπτικός, zum Betrachten, Bedenken, Ueberlegen gehörig, geschickt, geneigt. –.Σκεπτικοί hießen die Philosophen, die auch ἐφεκτικοί und ἀπορητικοί genannt werden, welche Nichts als bestimmte Behauptung aussprachen, sondern ihre Meinung nur mit Bedenken äußerten, die Skeptiker; bes. die Anhänger des Pyrrhon; S. Emp. oft u. A. – Adv. σκεπτικῶς, nach Weise der Skeptiker, D. L.; σκεπτικώτερον διδάσκειν, S. Emp. adv. phys. 1, 194.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σκεπτικός — thoughtful masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που αναφέρεται στο σκεπτικισμό: Οπρώτος σκεπτικός φιλόσοφος είναι ο Πύρρωνας. 2. παραδομένος σε σκέψεις, συλλογισμένος: Έμεινε σκεπτικός για πολλή ώρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκεπτικός — ή, ό / σκεπτικός, ή, όν, ΝΑ, και σκεφτικός, ή, ό, θηλ. και ιά, Ν [σκέπτομαι / σκέφτομαι] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη σκέψη ή στον σκεπτικισμό 2. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οι σκεπτικοί (φιλοσ.) φιλόσοφοι τής αρχαιότητας, όπως ο Πύρρων ο… …   Dictionary of Greek

  • σκεπτικά — σκεπτικός thoughtful neut nom/voc/acc pl σκεπτικά̱ , σκεπτικός thoughtful fem nom/voc/acc dual σκεπτικά̱ , σκεπτικός thoughtful fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτικώτερον — σκεπτικός thoughtful adverbial comp σκεπτικός thoughtful masc acc comp sg σκεπτικός thoughtful neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτικῶν — σκεπτικός thoughtful fem gen pl σκεπτικός thoughtful masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτικόν — σκεπτικός thoughtful masc acc sg σκεπτικός thoughtful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτικοῖς — σκεπτικός thoughtful masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτικοί — σκεπτικός thoughtful masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτικοῦ — σκεπτικός thoughtful masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκεπτικούς — σκεπτικός thoughtful masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”