σκαρδαμύσσω

σκαρδαμύσσω

σκαρδαμύσσω, att. -ττω, blinzeln, mit den Augen zwicken, τὸ πυκνῶς καταμύττειν καὶ ἀναβλέπειν τοῖς ὄμμασι, lat. nictare, dem starr und unverwandt Blicken entgeggstzt; Eur. Cycl. 622; Xen. Cyr. 1, 4, 28 Conv. 4, 25, wo es dem λιϑίνως βλέπειν u. ἀτενίζειν entgeggstzt ist (nicht mit μύω zusammengesetzt, sondern von σκαίρω).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σκαρδαμύσσω — ΝΑ, και αττ. τ. σκαρδαμύττω Α ανοιγοκλείνω συχνά τα βλέφαρά μου νεοελλ. φρ. «σκαρδαμύσσον φως» ναυτ. το φως ορισμένων φάρων το οποίο εμφανίζεται και εξαφανίζεται εναλλάξ. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικό ρ. τού καθημερινού λεξιλογίου τής αρχαίας ελλ.,… …   Dictionary of Greek

  • σκαρδαμύξῃ — σκαρδαμύσσω blink aor subj mid 2nd sg σκαρδαμύσσω blink aor subj act 3rd sg σκαρδαμύσσω blink fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκαρδαμύσσεσθε — σκαρδαμύσσω blink pres imperat mp 2nd pl σκαρδαμύσσω blink pres ind mp 2nd pl σκαρδαμύσσω blink imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκαρδαμύττετε — σκαρδαμύσσω blink pres imperat act 2nd pl (attic) σκαρδαμύσσω blink pres ind act 2nd pl (attic) σκαρδαμύσσετε , σκαρδαμύσσω blink imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκαρδαμύξαι — σκαρδαμύσσω blink aor inf act σκαρδαμύξαῑ , σκαρδαμύσσω blink aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκαρδαμύξαντα — σκαρδαμύσσω blink aor part act neut nom/voc/acc pl σκαρδαμύσσω blink aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκαρδαμύσσει — σκαρδαμύσσω blink pres ind mp 2nd sg σκαρδαμύσσω blink pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκαρδαμύσσομεν — σκαρδαμύσσω blink pres ind act 1st pl σκαρδαμύσσω blink imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκαρδαμύσσουσιν — σκαρδαμύσσω blink pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) σκαρδαμύσσω blink pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκαρδαμύττει — σκαρδαμύσσω blink pres ind mp 2nd sg (attic) σκαρδαμύσσω blink pres ind act 3rd sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκαρδαμύττον — σκαρδαμύσσω blink pres part act masc voc sg (attic) σκαρδαμύσσω blink pres part act neut nom/voc/acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”