στιλβόω

στιλβόω

στιλβόω, = στιλπνόω, Suhl. u. Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • περιστίλβων — περί στίλβω glitter pres part act masc nom sg περί στιλβόω imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) περί στιλβόω imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερστίλβων — ὑπέρ στίλβω glitter pres part act masc nom sg ὑπέρ στιλβόω imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ὑπέρ στιλβόω imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποστίλβων — ὑπό στίλβω glitter pres part act masc nom sg ὑπό στιλβόω imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ὑπό στιλβόω imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεστίλβωσεν — ἀπό στιλβόω aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεστίλβωσεν — ἐπί στιλβόω aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”