- πίεσις
πίεσις, ὴ, das Drücken, Pressen, Arist. partt. an. 4, 10; vgl. πίεξις.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
πίεσις, ὴ, das Drücken, Pressen, Arist. partt. an. 4, 10; vgl. πίεξις.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
πίεσις — squeezing fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πιέσει — πίεσις squeezing fem nom/voc/acc dual (attic epic) πιέσεϊ , πίεσις squeezing fem dat sg (epic) πίεσις squeezing fem dat sg (attic ionic) πιέζω Ep.. aor subj act 3rd sg (epic) πιέζω Ep.. fut ind mid 2nd sg πιέζω Ep.. fut ind act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πιέσεις — πίεσις squeezing fem nom/voc pl (attic epic) πίεσις squeezing fem nom/acc pl (attic) πιέζω Ep.. aor subj act 2nd sg (epic) πιέζω Ep.. fut ind act 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πιέσεσι — πίεσις squeezing fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πιέσιος — πίεσις squeezing fem gen sg (epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πίεσιν — πίεσις squeezing fem acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πίεξις — έξιος, ἡ, Α ιων. τ. αντί πίεσις* … Dictionary of Greek
πίεση — Φυσικό μέγεθος με το οποίο υποδηλώνεται η δύναμη που ασκείται σε κάθε μονάδα επιφάνειας· η π. έτσι ορίζεται με το πηλίκον της δύναμης που δρα κάθετα και ομοιόμορφα σε μια επιφάνεια, δια του εμβαδού αυτής της επιφάνειας: και εκφράζεται, ανάλογα με … Dictionary of Greek
πιέσιμος — ον, Α [πίεσις] πιεστικός … Dictionary of Greek
υπερπίεση — η, Ν 1. φυσ. α) πίεση που υπερβαίνει ένα καθορισμένο σημείο ή μια πίεση αναφοράς β) η ποσότητα κατά την οποία η τιμή μιας πίεσης υπερβαίνει την καθορισμένη τιμή ή την τιμή τής πίεσης αναφοράς 2. ιατρ. η υπέρταση. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ.… … Dictionary of Greek
πιέσεως — πιέσεω̆ς , πίεσις squeezing fem gen sg (attic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)