πηγάζω

πηγάζω

πηγάζω, 1) quellen, aufquellen, zum Quell werden, πηγάζει τὸ διαυγὲς ἐν ὄμμασι, Damochar. 4 (Plan. 310). – 2) trans., quellen lassen, wie eine Quelle fließen lassen, νᾶμα πηγάζει μέλισσα, Antiph. 29 (IX, 404) u. a. Sp., wie Nonn.; Hesych. erkl. ἀναβλύζω.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πηγάζω — spring pres subj act 1st sg πηγάζω spring pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγάζω — πηγάζω, πήγασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • πηγάζω — ΝΜΑ [πηγή] 1. (για νερό και άλλα ρευστά) αναβρύζω, αναβλύζω, ξεπηδώ 2. μτφ. εκπηγάζω, προέρχομαι, απορρέω (α. «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό» β. «διὰ γυναικὸς πηγάζει τὰ κρείττονα», Κασσ. γ. «ζωὴ μὲν ἐκ Θεοῡ πηγάζουσα, διὰ δὲ τοῡ Υἱοῡ… …   Dictionary of Greek

  • πηγάζω — πήγασα 1. βγαίνω, αναβλύζω, έχω την πηγή μου κάπου: Το νερό πηγάζει από το βουνό. 2. μτφ., προέρχομαι, έχω την αρχή μου: Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό (Σύνταγμα) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πηγᾶν — πηγάζω spring fut part act masc voc sg (doric aeolic) πηγάζω spring fut part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) πηγάζω spring fut part act masc nom sg (doric aeolic) πηγάζω spring fut inf act πηγή running water fem gen pl (doric aeolic) πηγός …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγάσει — πηγάζω spring aor subj act 3rd sg (epic) πηγάζω spring fut ind mid 2nd sg πηγάζω spring fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγάσῃ — πηγάζω spring aor subj mid 2nd sg πηγάζω spring aor subj act 3rd sg πηγάζω spring fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγῶν — πηγάζω spring fut part act masc voc sg πηγάζω spring fut part act neut nom/voc/acc sg πηγάζω spring fut part act masc nom sg (attic epic ionic) πηγή running water fem gen pl πηγός well put together fem gen pl πηγός well put together masc/neut gen …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγαζόμενον — πηγάζω spring pres part mp masc acc sg πηγάζω spring pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγαζόντων — πηγάζω spring pres part act masc/neut gen pl πηγάζω spring pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πηγάζει — πηγάζω spring pres ind mp 2nd sg πηγάζω spring pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”