ἡμέριος

ἡμέριος

ἡμέριος, ον, p. = ἡμερήσιος, vgl. Lob. Phryn. 53; ἁμέριοι ἄνϑρωποι Soph. Ai. 392 Ant. 784, die Tagesmenschen, d. i. die kurze Zeit Lebenden, wie ἁμερίῳ γέννᾳ Eur. Phoen. 130; sp. D., wie Man. 1, 338, die auch ἡμέριοι geradezu für "Menschen" brauchen, ψεῦσται δαίμονες ἁμερίων Loll. Bass. 11 (VII, 372); Maneth. 2, 7. – Bei Soph. Ai. 207, τί δ' ἐνήλλακται τῆς ἁμερίας νὺξ ἥδε βάρος, wird gew. ἡμερία = ἡμέρα erkl., es ist aber adj., wozu man κατάστασις mit dem Schol. ergänzen kann, vgl. Lob. zu der Stelle u. Man. 3, 264.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ημέριος — ἡμέριος, ον (AM, Α δωρ. τ. ἁμέριος, ον) [ημέρα] μσν. (το ουδ. ως επίρρ.) ἡμέριον καθημερινά αρχ. 1. αυτός που διαρκεί μία ημέρα («ἁμερίω γέννᾳ», Ευρ.) 2. ημερήσιος, καθημερινός 3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) οἱ ἡμέριοι οι θνητοί …   Dictionary of Greek

  • ἡμέριος — lasting but a day masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ημέριος ή Ιμέριος — Όνομα στρατιωτικών ηγετών και αυλικών του Βυζαντίου. 1. Στρατηγός του Ιουστινιανού A’ (α’ μισό 6ου αι. μ.Χ.). Καταγόταν από τη Θράκη. Πήρε μέρος στην εκστρατεία του Βελισάριου κατά των Βανδάλων της βόρειας Αφρικής και, μετά τη συντριβή των… …   Dictionary of Greek

  • ἡμέριον — ἡμέριος lasting but a day masc/fem acc sg ἡμέριος lasting but a day neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμερίοις — ἡμέριος lasting but a day masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμερίοισι — ἡμέριος lasting but a day masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμερίοισιν — ἡμέριος lasting but a day masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμερίου — ἡμέριος lasting but a day masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμερίους — ἡμέριος lasting but a day masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμερίων — ἡμέριος lasting but a day masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμερίῳ — ἡμέριος lasting but a day masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”