- ἰδιωτισμός
ἰδιωτισμός, ὁ, das Leben u. bes. die Sprechweise des gemeinen Mannes, Sp., wie Longin. 31 S. Emp. adv. gramm. 67.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
ἰδιωτισμός, ὁ, das Leben u. bes. die Sprechweise des gemeinen Mannes, Sp., wie Longin. 31 S. Emp. adv. gramm. 67.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
ἰδιωτισμός — way masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ιδιωτισμός — ο (Α ἰδιωτισμός) νεοελλ. ιδιάζουσα φράση με ξεχωριστή σημασία (α. «όλα κι όλα» β. «τό βαλε στα πόδια») αρχ. 1. ο τρόπος τού ιδιώτη 2. κοινό λαϊκό ιδίωμα 3. (ρητ.) επιχείρημα που βγαίνει από την κοινή λογική. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιώτης. Η λ.… … Dictionary of Greek
ιδιωτισμός — ο έκφραση σε μια γλώσσα με ειδική σημασία, π.χ. «τα τίναξε» (πέθανε) … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
ἰδιωτισμοῦ — ἰδιωτισμός way masc gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἰδιωτισμῷ — ἰδιωτισμός way masc dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἰδιωτισμόν — ἰδιωτισμός way masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Idiotismo (lenguaje) — Para otros usos de este término, véase Idiotismo. Un idiotismo es un giro idiomático que no se adapta a las normas gramaticales o al sentido literal y usual de las palabras, y posee un sentido figurado adoptado de manera convencional. Los… … Wikipedia Español
idiotismo — (Del lat. idiotismus, locución propia de una lengua.) ► sustantivo masculino 1 Falta de conocimiento e instrucción: ■ la situación de la enseñanza favorecía el idiotismo generalizado. SINÓNIMO ignorancia 2 LINGÜÍSTICA Expresión de una lengua con… … Enciclopedia Universal
ιδιωματισμός — ο διαλεκτικός τύπος ο οποίος συνηθίζεται σε ένα ή περισσότερα ιδιώματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδίωμα. Ο Μαν. Τριανταφυλλίδης διέκρινε τη σημ. τής λ. ιδιωματισμός από τη σημ. τής λ. ιδιωτισμός. Με τον πρώτο όρο δηλώνεται ο «διαλεκτικός τύπος άγνωστος στην … Dictionary of Greek
idiot — IDIÓT, OÁTĂ, idioţi, oate, adj., s.m. şi f. 1. adj., s.m. şi f. (Persoană) care suferă de idioţie; tâmpit, cretin, imbecil. 2. adj. (Despre manifestări ale fiinţelor) Care manifestă, care exprimă, care denotă nerozie, stupiditate etc. [pr.: di… … Dicționar Român
αγγλισμός — ο ιδιωτισμός της αγγλικής γλώσσας … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)