πελεμίζω

πελεμίζω

πελεμίζω (πάλλω), fut. πελεμίξω, aor. pass. ἐπελεμίχϑην, bei Hom. stets ohne Augm., wie ἐλελίζω, schwingen, schwenken, in heftige Bewegung versetzen; βαϑέην πελεμιζέμεν ὕλην, Il. 16, 766; τρὶς μέν μιν πελέμιξεν, 21, 176, vgl. 13, 443; auch τόξον, den Bogen mit großer Anstrengung zu spannen versuchen, wobei er heftig bewegt werden mußte, Od. 21, 125. – Pass. u. med. sich heftig bewegen, erzittern, erbeben; τῶν δ' ὑπὸ ποσσὶ μέγας πελεμίζετ' Ὄλυμπος, Il. 8, 443; ὁ δὲ χασσάμενος πελεμίχϑη, 4, 535, d. i. mit Gewalt zurückgedrängt werden, wie Pind. πελεμιζόμενοι ὑπὸ λόγχᾳ, N. 8, 29, u. sp. D., Paul. Sil. 71 (X, 74) u. öfter in der Anth.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πελεμίζω — shake pres subj act 1st sg πελεμίζω shake pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελεμίζω — Α 1. τινάζω κάτι στον αέρα, κινώ δυνατά, σείω, κάνω κάτι να σείεται ή να τρέμει («ὑπὸ βροντής πελεμίζεται εὐρεῑα χθών», Ησίοδ.) 2. κινώ κάποιον από τη θέση του 3. φρ. «πελεμίζω (τόξον)» προσπαθώ με μεγάλο κόπο να τεντώσω τόξο. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ.… …   Dictionary of Greek

  • πελεμίξαι — πελεμίζω shake aor inf act πελεμίξαῑ , πελεμίζω shake aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελεμίξεις — πελεμίζω shake aor subj act 2nd sg (epic doric) πελεμίζω shake fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελεμιζέμεν — πελεμίζω shake pres inf act (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελεμιζόμενοι — πελεμίζω shake pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελεμιχθείς — πελεμίζω shake aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελεμιχθῆναι — πελεμίζω shake aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελεμίζειν — πελεμίζω shake pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελεμίζεσθαι — πελεμίζω shake pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πελεμίζεται — πελεμίζω shake pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”