περί-οπτος

περί-οπτος

περί-οπτος, zu umschauen, zu übersehen, ringsher sichtbar, Plut. Arat. 53; ἐκ περιόπτου, von einem freien u. hochgelegenen Orte aus, D. Hal. – Daher = von allen Seiten gesehen, bewundert, κάλλος Ruf. 37 (V, 27), u. öfter in der Anth., wie Plut. Caes. 16; auch adv., Sull. 21.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • κάτοπτος — (I) η, ο (Α κάτοπτος, ον) ορατός από παντού, περίοπτος («κάτοπτον δ ἐ πολλοῡ τοῑς προσπλέουσι», Στράβ.) αρχ. αυτός που βρίσκεται πάνω από κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + οπτος (< ὀπτός < θ. ὀπ τού ὄπωπα «βλέπω»), πρβλ. έπ οπτος, περί… …   Dictionary of Greek

  • εύοπτος — (I) εὔοπτος, ον (ΑΜ) ελκυστικός, ωραίος («ἦν δὲ καλὸς ὁ Τσιμισχῆς, εὔοπτος, εὔχρους, εὔθριξ», Κ. Μανασσ.) αρχ. 1. αυτός που φαίνεται εύκολα, ανοιχτός στην όραση, ορατός, φανερός («οὐκ ἐν εὐόπτω οἰκέουσιν αἱ νοῡσοι», Ιπποκρ.) 2. περιφανής,… …   Dictionary of Greek

  • πρόοπτος — ον, και αττ. τ. προὖπτος, ον, Α 1. προφανής, ολοφάνερος ή αναπότρεπτος (α. «σφαῑ τε αὐτοὺς καί ἡμᾱς εἰς προὖπτον κίνδυνον καταστήσειεν», Θουκ. β. «εἰς προὖπτον αῦτὸν ἐνέβαλεν κακόν», Αριστοφ.) 2. (για λίγο) σαφής («προὖπτος ἀγγέλου λόγος», Αισχύλ …   Dictionary of Greek

  • πρόσοπτος — και δωρ. τ. προτίοπτος, ον, Α ορατός. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ὀπτός (Ι), ρηματ. επίθ. τού ὁρῶ (πρβλ. περί οπτος)] …   Dictionary of Greek

  • ευπερίοπτος — εὐπερίοπτος, ον (Α) ευκαταφρόνητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + περί οπτος «καταφανής, εξέχων», με σημασιολ. επίδραση επιθέτων αντίστοιχης σημασίας (π.χ. ευκαταφρόνητος)] …   Dictionary of Greek

  • περίοπτος — η, ο / περίοπτος, ον, ΝΜΑ 1. αυτός που φαίνεται απ όλες τις πλευρές, ο ορατός από παντού (α. «περίοπτη θέση» β. «περίοπτο γλυπτό») 2. περίβλεπτος, αξιοθαύμαστος αρχ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ περίοπτα οι τόποι που έχουν θέα, τα υψηλά. επίρρ...… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”