ὀλιγο-στιχία

ὀλιγο-στιχία

ὀλιγο-στιχία, , Wenigzeitigkeit, das Bestehen aus wenigen Versen, Philp. 1 (IV, 2).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ευστιχία — εὐστιχία και εὐστιχίη, ἡ (Α) (στην ποίηση) καλή στιχουργία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + στιχία (< στιχος < στίχος), πρβλ. ολιγο στιχία, πολυ στιχία] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”