- ἀν-αίμακτος
ἀν-αίμακτος, blutlos, nicht mit Blut befleckt, φυγή Aesch. Suppl. 193; χείρ Rhes. 222; χρώς Phoen. 270; von Opfern der Ceres, ϑυσία Plut. Num. 16; ϑυηλαί Leon. Al. 19 (VI, 324); sp. D.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
ἀν-αίμακτος, blutlos, nicht mit Blut befleckt, φυγή Aesch. Suppl. 193; χείρ Rhes. 222; χρώς Phoen. 270; von Opfern der Ceres, ϑυσία Plut. Num. 16; ϑυηλαί Leon. Al. 19 (VI, 324); sp. D.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
αιμακτός — αἱμακτός, ή, όν (Α) αυτός που είναι ανάμικτος με αίμα ή αποτελείται από αίμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἱμάσσω. ΠΑΡ. μσν. αἱμακτικός] … Dictionary of Greek
αἱμακταῖς — αἱμακτός mingled with blood fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αιμάσσω — (Α αἱμάσσω) νεοελλ. 1. είμαι ματωμένος, στάζω αίμα, αιμορραγώ 2. είμαι τραυματισμένος ψυχικά, υποφέρω αρχ. 1. κηλιδώνω, περιβρέχω κάτι με αίμα 2. τραυματίζω, πληγώνω 3. έχω το χρώμα τού αίματος 4. προκαλώ αιματηρό τέλος 5. (ως ιατρ. όρος) κάνω… … Dictionary of Greek
αιμακτικός — αἱμακτικός, ή, όν (Μ) [αἱμακτός] αυτός που κάνει κάτι αιματηρό … Dictionary of Greek
αναίμακτος — η, ο (ΑΜ ἀναίμακτος, ον) ο δίχως αίμα, αυτός που έγινε χωρίς να χυθεί αίμα, που δεν κηλιδώθηκε με αίμα (εκκλ. φρ.) «αναίμακτος βωμός» η χριστιανική εκκλησία «αναίμακτος θυσία», η Θεία Ευχαριστία αρχ. αυτός που δεν έχει αίμα, ο αναίματος. [ΕΤΥΜΟΛ … Dictionary of Greek
καθαιμακτός — καθαιμακτός, όν (Α) αιματηρός, κηλιδωμένος με αίμα («καθαιμακτός φόνος», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + αἱμακτός (< αἱμάσσω «ματώνω»)] … Dictionary of Greek