ἀν-ευ-λαβής

ἀν-ευ-λαβής

ἀν-ευ-λαβής, ές, 1) unvorsichtig. – 2) nicht furchtsam, bes. die Götter nicht fürchtend, gottlos, Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Λάβης — nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαβῆς — λαβή fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαβῇς — λάπτω Epic. Alex.Adesp. aor subj pass 2nd sg λαβή fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λάβης — λάπτω Epic. Alex.Adesp. aor ind pass 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λάβῃς — λαμβάνω a aor subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λάβητα — Λάβης neut nom/voc/acc pl Λάβης masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λάβηις — λάβῃς , λαμβάνω a aor subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λάβησι — Λάβης dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λάβησιν — Λάβης dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λάβητε — Λάβης nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λάβητι — Λάβης dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”