- έμ-πραΰνω
έμ-πραΰνω, darin besänftigen, Poll. 1, 208.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
έμ-πραΰνω, darin besänftigen, Poll. 1, 208.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
πραύνω — πρᾱΰνω , πραύνοος of gentle mind masc/fem/neut nom/voc/acc dual πρᾱύ̱νω , πραύνω make soft aor subj act 1st sg πρᾱύ̱νω , πραύνω make soft pres subj act 1st sg πρᾱύ̱νω , πραύνω make soft pres ind act 1st sg πρᾱύ̱νω , πραύνω make soft aor ind… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πραυνῶ — πρᾱυνῶ , πραύνω make soft fut ind act 1st sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πραΰνω — ΝΑ, πρααίνω Ν, ιων. τ. πρηΰνω Α [πράος / πραΰς] καταπραΰνω, κατευνάζω, μαλακώνω, χαλαρώνω, καθησυχάζω αρχ. 1. (σχετικά με ζώα) εξημερώνω 2. παθ. πραΰνομαι ησυχάζω, κοιμάμαι … Dictionary of Greek
πραΰνω — πράυνα, πραΰνθηκα, πραϋμένος, μαλακώνω, γαληνεύω, καθησυχάζω, κατευνάζω, ανακουφίζω … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
πρηυνέει — πραύνω make soft fut ind mid 2nd sg (epic ionic) πραύνω make soft fut ind act 3rd sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πρηῦναι — πραύνω make soft aor imperat mid 2nd sg (ionic) πραύνω make soft aor inf act (ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πρηύνετ' — πρηύ̱νετε , πραύνω make soft aor subj act 2nd pl (epic ionic) πρηύ̱νετε , πραύνω make soft pres imperat act 2nd pl (ionic) πρηύ̱νετε , πραύνω make soft pres ind act 2nd pl (ionic) πρηύ̱νεται , πραύνω make soft aor subj mid 3rd sg (epic ionic)… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πραύνῃ — πρᾱύ̱νῃ , πραύνω make soft aor subj mid 2nd sg πρᾱύ̱νῃ , πραύνω make soft aor subj act 3rd sg πρᾱύ̱νῃ , πραύνω make soft pres subj mp 2nd sg πρᾱύ̱νῃ , πραύνω make soft pres ind mp 2nd sg πρᾱύ̱νῃ , πραύνω make soft pres subj act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πραυνούσας — πρᾱυνούσᾱς , πραύνω make soft fut part act fem acc pl (attic epic doric) πρᾱυνούσᾱς , πραύνω make soft fut part act fem gen sg (doric) πρᾱῡνούσᾱς , πραύνω make soft pres part act fem acc pl (attic epic doric ionic) πρᾱῡνούσᾱς , πραύνω… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πραύνετε — πρᾱύ̱νετε , πραύνω make soft aor subj act 2nd pl (epic) πρᾱύ̱νετε , πραύνω make soft pres imperat act 2nd pl πρᾱύ̱νετε , πραύνω make soft pres ind act 2nd pl πρᾱύ̱νετε , πραύνω make soft imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πρηύνω — πρηΰνω , πραύνοος of gentle mind masc/fem/neut nom/voc/acc dual (ionic) πρηύ̱νω , πραύνω make soft aor subj act 1st sg (ionic) πρηύ̱νω , πραύνω make soft pres subj act 1st sg (ionic) πρηύ̱νω , πραύνω make soft pres ind act 1st sg (ionic) πρηύ̱νω … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)