λῑμο-κόλαξ

λῑμο-κόλαξ

λῑμο-κόλαξ, ακος, ὁ, Schmeichler aus Hunger, B. A. 50, 3.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • κνισοκόλαξ — κνισοκόλαξ, ακος, ὁ (Α) αίσχιστος κόλακας. [ΕΤΥΜΟΛ. < κνῖσα + κόλαξ (< κόλαξ), πρβλ. λιμο κόλαξ, ψωμο κόλαξ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”