- λᾱθ-άνεμος
λᾱθ-άνεμος, den Wind vergessend, ὥρα, windstill, Simon. bei Arist. H. A. 5, 8.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
λᾱθ-άνεμος, den Wind vergessend, ὥρα, windstill, Simon. bei Arist. H. A. 5, 8.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
λαθάνεμος — και ληθάνεμος, ον (Α) αυτός που διαφεύγει τον άνεμο, αυτός που δεν έχει άνεμο, ήρεμος, γαλήνιος («λαθάνεμος ὥρα», Σιμων.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. λαθ τού λανθάνω, (πρβλ. αόρ. ἔ λαθ ον) + ἄνεμος (πρβλ. αλεξ άνεμος, κωλυσ άνεμος). Ο τ. ληθάνεμος < θ.… … Dictionary of Greek