βλέφαρον

βλέφαρον

βλέφαρον, τό (βλέπω), 1) Augenlid, gew. im plur., Hom. oft, z. B. Odyss. 2, 398 ἐπεί σφισιν ὕπνος ἐπὶ βλεφάροισιν ἔπιπτεν, 20, 54 καί ῥά οἱ ὕπνον ἐπὶ βλεφάροισιν ἔχευεν, 5, 493 ὕπνον ἐπ' ὄμμασι χεῦ', ἵνα μιν παύσειε καμάτοιο, φίλα βλέφαρ' ἀμφικαλύψας, Iliad. 14, 165 τῷ δ' ὕπνον χεύῃ ἐπὶ βλεφάροισιν ἰδὲ φρεσὶ πευκαλίμῃσιν, 17, 438 δάκρυα δέ σφινϑερμὰ κατὰ βλεφάρων χαμάδις ῥέε, Odyss. 23, 33 βλεφάρων δ' ἀπὸ δάκρυονἧκεν; dual. βλεφάροιιν Iliad. 10, 187 Odyss. 17, 490; – βλέφαρα κοιμῶν ὕπνῳ Aesch. Ag. 15; συμβαλεῖν ὕπνῳ Spt. 3; ἄϋπνον βλέφαρον Eur. Or. 302. Seltener in Prosa, Plat. Tim. 45 d. – 2) übertr., das Auge, Hes. Sc. 7, wo aber der Zusatz κυανεάων, den die alten Gramm. als ion. für κυανέων erkl., auf eine Form βλεφάρη hindeutet; βλέφαρα λύειν, die Augen brechen, sterben, Soph. Ant. 1301; die Sonne heißt ἁμέρας βλ. ibd. 104; vgl. Eur. Phoen. 546.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • βλέφαρον — eyelids neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάροιν — βλέφαρον eyelids neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάροιο — βλέφαρον eyelids neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάροις — βλέφαρον eyelids neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάροισι — βλέφαρον eyelids neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάροισιν — βλέφαρον eyelids neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάρου — βλέφαρον eyelids neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάρων — βλέφαρον eyelids neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεφάρῳ — βλέφαρον eyelids neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλέφαρα — βλέφαρον eyelids neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλεφάροις — βλέφαρον eyelids neut dat pl (doric aeolic) γλέφαρον eyelids neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”