μιλιασμός

μιλιασμός

μιλιασμός, , das Abmessen nach Meilen, Strab. 6, 2, 1.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μιλιασμός — μιλιασμός, ὁ (Α) [μιλιάζω] μέτρηση κατά μίλια και τοποθέτηση μιλιοδεικτών ανά μίλι …   Dictionary of Greek

  • μιλιασμοῦ — μιλιασμός measuring by miles and marking by milestones masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μιλιασμῷ — μιλιασμός measuring by miles and marking by milestones masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μιλιασμῶι — μιλιασμῷ , μιλιασμός measuring by miles and marking by milestones masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”