πότμος

πότμος

πότμος, ὁ (ΠΕΤ, πίπτω), das, was Einem zufällt, Zufall, Loos, Schickfal; gew. Unglück, bes. Todesloos, Todesgeschick, in welcher Bdtg Hom. von dem, der den Tod verhängt, bereitet, πότμον ἐφεῖναι sagt, wie Τυδεὺς μὲν καὶ τοῖσιν ἀεικέα πότμον ἐφῆκεν, Il. 4, 396; ὃς πᾶσι μνηστῆρσιν ἀεικέα πότμον ἐφήσω, Od. 19, 550; von dem, der ihn erleidet, πότμ ον ἐπισπεῖν, Il. 6, 412; auch οὐ γάρ πώ τοι μοῖρα ϑανεῖν καὶ πότμον ἐπισπεῖν, 7, 52; ἐπεί κ' Ἀχιλεὺς ϑάνατον καὶ πότμον ἐπίσπῃ, 20, 337; ὀλόμην καὶ πότμον ἐπέσπον, Od. 11, 197; ähnl. πότμον ἀναπλήσαντες, Il. 11, 263, sein Schicksal erfüllt habend, gestorben; ἑτάρων ἐρέων ἀδευκέα πότμον, Od. 10, 245, das herbe Geschick der in Schweine verwandelten Gefährten; – Pind. allgemein Loos; ὁ πότμος συγγενὴς κρίνει ἔργων πέρι, N. 5, 40; πότμος συγγενὴς ἐπέβασεν εὐαμερίας, I. 1, 39; τύχα πότμου, P. 2, 56; πότμῳ σὺν εὐδαίμονι, Ol. 2, 18; πότμον ἀμπιπλάντες ὁμοῖον, N. 10, 57; εὐϑυπορῶν, Aesch. Ag. 977; διχόφρων, Spt. 881; Soph. u. Eur., τίνα πότμον εἴληχε βίου, I. T. 913; sp. D. – [Auch die Attiker brauchen zuweilen die erste Sylbe lang, Seidl. vers. dochm. p. 106; spätere Epiker haben sie zuweilen kurz, Jacobs A. P. p. 572.]


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πότμος — that which befalls one masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότμος — ὁ, Α (ποιητ. τ.) 1. καθετί που συμβαίνει τυχαία σε κάποιον 2. μοίρα, τύχη, συνήθως κακή 3. θάνατος που καθορίζεται από το πεπρωμένο, μοιραίος θάνατος («ὀλόμην καὶ πότμον ἐπέσπον», Ομ. Οδ.) 4. ως κύριο όν. Πότμος η Μοίρα («ὁ μέγας Πότμος», Πίνδ.)… …   Dictionary of Greek

  • πότμοι — πότμος that which befalls one masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότμοιν — πότμος that which befalls one masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότμοιο — πότμος that which befalls one masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότμον — πότμος that which befalls one masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότμου — πότμος that which befalls one masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότμων — πότμος that which befalls one masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πότμῳ — πότμος that which befalls one masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακόποτμος — κακόποτμος, ον (Α) κακότυχος, δυστυχής («ἐμὲ κακόποτμον», Ευρ.). επίρρ... κακοπότμως (Μ) με δυστυχία, κακότυχα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο) * + ποτμος (< πότμος), πρβλ. βαρύ ποτμος, υστερό ποτμος] …   Dictionary of Greek

  • νήποτμος — νήποτμος, ον (Α) άτυχος, κακότυχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. πρόθημα νή * + πότμος «πεπρωμένο» (πρβλ. ά ποτμος, δυσ πότμος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”