δυώ-δεκα

δυώ-δεκα

δυώ-δεκα, poet. u. ion. für δώδεκα, zwölf; Hom. u. a. Ep.; Theocr. 25, 129; sonst nur δώδ.; Her.; Pind. N. 4, 28, neben δώδεκα, Ol. 11, 51. In att. Poesie u, Prosa herrscht δώδεκα. So auch in den Zusammensetzungen.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δώδεκα — (AM δώδεκα) απόλυτο αριθμητικό που εκφράζει ποσότητα δέκα και δυο μονάδων νεοελλ. για χρονολογία ή με παράλειψη τού ουσ. που δηλώνει χρόνο («περπατά στα δώδεκα [χρόνια]», «στις δώδεκα [το μεσημέρι]»). [ΕΤΥΜΟΛ. < *δFω δεκα (βλ. δύο) που… …   Dictionary of Greek

  • Числительное в праиндоевропейском языке — …   Википедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”