γλήνη

γλήνη

γλήνη (γλαύσσω, ΓΛΑΏ, λάω), ἡ, 1) Augenstern, Pupille, Medic.; Augapfel Il. 14, 494 Od. 9, 390; Soph. O. R. 1277 u. sp. D.; ἀστράπτουσαι Sosipat. 3 (V, 56); vgl. κόρη. – 2) von dem im Auge verkleinert erscheinenden Bilde des Menschen, Puppe, Püppchen, Hesych.; scheltend, ἔρρε, κακὴ γλήνη, weg feige Dirne! Il. 8, 164. – 3) bei einigen Medic. = κοτύλη, Knochen-gelenkvertiefung. – 4) Bienenzelle, VLL.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • γλήνη — eyeball fem nom/voc sg (attic epic ionic) γλή̱νη , γλῆνος gaudy things neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) γλή̱νη , γλῆνος gaudy things neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλήνῃ — γλήνη eyeball fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλήνη — η (Α γλήνη) 1. αβαθής κοιλότητα άρθρωσης 2. η κόρη τού ματιού αρχ. 1. το μάτι 2. το μικρό είδωλο που σχηματίζεται στην κόρη τού ματιού 3. κούκλα, παιδικό παιχνίδι φρ., «ἔρρε, κακὴ γλήνη» χάσου, παλιοκόριτσο). [ΕΤΥΜΟΛ. Τα γλήνη, γλήνος αποτελούν… …   Dictionary of Greek

  • γληνέων — γλήνη eyeball fem gen pl (epic ionic) γλη̱νέων , γλῆνος gaudy things neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλῆναι — γλήνη eyeball fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλήναις — γλήνη eyeball fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλήνην — γλήνη eyeball fem acc sg (attic epic ionic) γλή̱νην , γλῆνος gaudy things neut acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλήνης — γλήνη eyeball fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλήνῃσι — γλήνη eyeball fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλήνῃσιν — γλήνη eyeball fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • NAZARENUS — a Gap desc: Hebrew per Tzade, cognomen DOMININOSTRI, ob educationem in oppido Nazaret ei inditum, Matthaei c. 2. v. ult. Καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν ἐις πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ ὅπως πληρωθῇ τὸ ῤηθὲν διὰ τῶ Προφητῶν, ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται, Et veniens… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”