γηθόσυνος

γηθόσυνος

γηθόσυνος, froh, heiter, Hom. γηϑόσυνος κῆρ Versende Iliad. 4, 272. 326. 18, 557, froh im Herzen; τοῦ μὲν ἔπειτα γηϑόσυνοι ϑεράποντες ἀπ' ὤμων τεύχε' ἕλοντο Iliad. 7, 122; χάρμῃ γηϑόσυνοι 13, 82; γηϑόσυνος οὔρῳ Odyss. 5, 269; femin. γηϑοσύνη Odyss. 11, 540, v. l. γηϑοσύνῃ, und Iliad. 13, 29, v. l. γηϑοσύνῃ und γηϑόσυν' ἡ, s. γηϑοσύνη. – Sp. D., z. B. Thall. 1 (VI, 235).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • γηθόσυνος — joyful masc nom sg γηθόσυνος joyful masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθόσυνος — γηθόσυνος, η, ον και ος, ον (Α) χαρούμενος, ευχαριστημένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γηθέω, ενώ κατ άλλους < γήθος (βλ. γηθοσύνη)] …   Dictionary of Greek

  • γηθοσύνως — γηθόσυνος joyful adverbial γηθόσυνος joyful masc acc pl (doric) γηθόσυνος joyful adverbial γηθόσυνος joyful masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθόσυνον — γηθόσυνος joyful masc acc sg γηθόσυνος joyful neut nom/voc/acc sg γηθόσυνος joyful masc/fem acc sg γηθόσυνος joyful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθοσύνοισι — γηθόσυνος joyful masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) γηθόσυνος joyful masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθοσύνους — γηθόσυνος joyful masc acc pl γηθόσυνος joyful masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθόσυνα — γηθόσυνος joyful neut nom/voc/acc pl γηθόσυνος joyful neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθόσυνοι — γηθόσυνος joyful masc nom/voc pl γηθόσυνος joyful masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθοσύνη — γηθόσυνος joyful fem nom/voc sg (attic epic ionic) γηθοσύνη joy fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθοσύνην — γηθόσυνος joyful fem acc sg (attic epic ionic) γηθοσύνη joy fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθοσύνης — γηθόσυνος joyful fem gen sg (attic epic ionic) γηθοσύνη joy fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”